Δημιούργησα αυτό το blog όταν έμεινα άνεργη. Αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου ως άνεργη του/λόγω ευρώ - δηλαδή ως eurounemployed. Γιατί; Τις παραμονές της εισόδου της Ελλάδας στο ευρώ, κυριαρχούσε μια ρητορική περί "ισχυρής Ελλάδας" και συμμετοχής της στον "πυρήνα της Ευρώπης" που θα έφερνε πλούτο - η οποία όμως δεν εξηγούσε πώς θα έρθει ο πλούτος. Τότε δεν έκανα οικονομικά, οπότε ρώτησα σχετικά φίλιες δυνάμεις οικονομικών συντακτών. Μου απάντησαν πως η συμμετοχή σε μια νομισματική ένωση αυξάνει τον συνολικό πλούτο, άρα επωφελούνται όλοι. Έστω, είπα, αλλά από τη στιγμή που ειδικώς η χώρα μας εισάγει όλο και περισσότερα από όσα εξάγει και χάνει διαρκώς παραγωγή, πώς θα ωφεληθεί από την ΟΝΕ; Κι αν αυτό γίνεται συνεχώς, δεν θα μας τελειώσουν κάποτε τα ευρώ; Πήρα μια απάντηση του τύπου "αυτό δεν έχει σημασία στα πλαίσια μιας νομισματικής ένωσης", η οποία δεν με ικανοποίησε. Πολλά χρόνια μετά, μάθαμε όλοι μας βιωματικά πως μια οικονομία με τα χαρακτηριστικά της ελληνικής, με τη συμμετοχή της σε μια νομισματική ένωση όπως η ΟΝΕ, υπερχρεώνεται και καταλήγει σε χρεοκοπία. Κι εγώ έμαθα ότι τα φαινομενικά απλοϊκά ερωτήματα που έθετα το 1999 περιέγραφαν το πρόβλημα του ισοζυγίου πληρωμών, που αποτέλεσε ένα από τα μείζονα προβλήματα του ευρώ, μια από τις βασικότερες αιτίες της κρίσης και το οποίο είχε συζητηθεί εκτεταμένα μεταξύ των οικονομολόγων κατά τη δεκαετία του 1990, όταν μεγάλο μέρος των δεινών που ζούμε σήμερα είχε προβλεφθεί - αλλά οι αλαζόνες πολιτικοί δεν έδιναν σημασία.
Να τι έγραφε ο οικονομολόγος Wynne Godley το 1992: "Τι θα συμβεί αν μια ολόκληρη χώρα – μια εν δυνάμει περιοχή σε μια πλήρως ολοκληρωμένη ένωση – υποστεί διαρθρωτική ύφεση; Όσο αυτή η χώρα αποτελεί ανεξάρτητο κράτος έχει τη δυνατότητα να υποτιμήσει το νόμισμά της. Στη συνέχεια μπορεί να συνεχίσει την οικονομική της δραστηριότητά επιτυχώς με πλήρη απασχόληση αν υποθέσουμε ότι ο κόσμος δεχτεί τις απαραίτητες μειώσεις στα πραγματικά του εισοδήματα. Σε μια οικονομική και νομισματική ένωση όμως, αυτή η δυνατότητα εμφανώς χάνεται και οι προοπτικές της χώρας επιβαρύνονται σοβαρά, εκτός κι αν υπάρξουν σοβαροί ομοσπονδιακοί δημοσιονομικοί διακανονισμοί που θα αναλάβουν να εκπληρώσουν έναν αναδιανεμητικό ρόλο (...). Αν μια χώρα ή μια περιοχή δεν έχει τη δυνατότητα να υποτιμήσει το νόμισμά της και δεν επωφελείται από ένα σύστημα δημοσιονομικών μεταβιβάσεων, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να σταματήσει μια διαδικασία σωρευτικής και ακραίας ύφεσης η οποία θα οδηγήσει στο τέλος στη μετανάστευση ως το μόνο εναλλακτικό δρόμο στη φτώχεια ή την πείνα". (Wynne Godley, Maastricht and All That. LRB,Vol 14. Nο 19 1992).

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

Τα δύο μέτρα και δύο σταθμά της γερμανικής πολιτικής

Έχουμε χιλιάδες λόγους να βρίζουμε τον Γιώργο Παπανδρέου για τα αλλεπάλληλα επικοινωνιακά και κυβερνητικά λάθη του που χαντάκωσαν την Ελλάδα. Όσοι παρακολουθούσαν όμως τις εξελίξεις στην Ευρωζώνη λίγα χρόνια πριν, τού αναγνωρίζουν  ένα ελαφρυντικό για την αδράνειά του να πάρει μέτρα τους πρώτους μήνες μετά την εκλογική του νίκη. Το ότι εκείνη την εποχή, Οκτώβριος-Νοέμβριος 2009, παρέμεναν  ισχυρές οι μνήμες των επίμονων προσπαθειών της Γερμανίας για χαλάρωση των όρων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Και το ότι η αντίληψη που είχε κυριαρχήσει μετά το 2005 ήταν ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας ήταν υπερβολικά σφιχτό για τις οικονομίες του ευρώ και έπρεπε οπωσδήποτε να χαλαρώσει. Έτσι τους πρώτους μήνες του 2010 ουδείς μπορούσε ακόμη να φανταστεί το Βερολίνο σε ρόλο κατήγορου των εταίρων του και γιατρού που υπογράφει ακραίες και τιμωρητικές συνταγές λιτότητας.

Ο πολύς κόσμος δεν τα θυμάται όλα αυτά  Ακούει τη Γερμανία να διατείνεται πως η ευρωπαϊκή κρίση οφείλεται στο ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης δεν εφαρμόστηκε τόσο αυστηρά όσο έπρεπε και την πιστεύει. Παράλληλα το Βερολίνο αυτοπροβάλλεται ως η κατεξοχήν δημοσιονομικά ενάρετη δύναμη της Ευρωζώνης της οποίας το παράδειγμα πρέπει να μιμηθούν όλοι οι άλλοι με την εφαρμογή μέτρων άγριας λιτότητας που φέρνουν ύφεση, κάμψη της παραγωγής κι ανεργία. Αλλά η γερμανική θέση κρύβει άπειρη υποκρισία. Καταρχήν επειδή όπως είπαμε η Γερμανία ήταν η χώρα που διεκδίκησε και επέβαλε τη χαλάρωση των όρων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης το 2005, όταν η ίδια αντιμετώπιζε υφεσιακές πιέσεις. Κατά δεύτερον, επειδή δεν θέλει και πολύ μυαλό για να αντιληφθεί κανείς πως η γερμανική ρητορική που αλλάζει περιεχόμενο και στόχευση ανά πενταετία επιλέγεται όχι για λόγους αρχής αλλά επειδή εξυπηρετεί τα γερμανικά συμφέροντα που διαφέρουν ανά τις συγκυρίες… Διαφορετικά, γιατί πριν εφτά χρόνια το Βερολίνο έκανε κι έλεγε τα αντίθετα από ό,τι σήμερα; 

Το θέμα της ‘ασυνέπειας’ της γερμανικής κυβέρνησης και των πολυδιάστατων γερμανικών ευθυνών για την κρίση είναι γνωστό, όμως ξανάρθε στην επικαιρότητα με ένα αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του γερμανικού περιοδικού Der Spiegel της 16ης Ιουλίου 2012 . (http://www.spiegel.de/international/germany/chancellor-gerhard-schroeder-key-in-weakening-the-euro-stability-pact-a-844458.html).
Σε άρθρο τους με τίτλο “Η κληρονομιά του καγκελάριου Σρέντερ: Ο ηγετικός ρόλος της Γερμανίας στην αποδυνάμωση του ευρώ”, δύο Γερμανοί δημοσιογράφοι, ο Christian Reiermann και ο Klaus Wiegrefe, βασίστηκαν σε έγγραφα της Καγκελαρίας προερχόμενα από την περίοδο 2003-2005 και έδειξαν πώς η κυβέρνηση Σρέντερ δρομολόγησε την αποδυνάμωση των όρων του Συμφώνου Σταθερότητας για το όριο ελλείμματος στο 3% και  χρέους στο 60% με στόχο να εξυπηρετήσει τις μεγάλες – εκείνη την εποχή – ανάγκες δημόσιας χρηματοδότησης της γερμανικής οικονομίας. Ήταν εκείνα τα χρόνια όπου οι υγιέστερες ακόμη οικονομίες του Νότου άρχιζαν να φουσκώνουν, ενώ η γερμανική οικονομία αντιμετώπιζε ισχυρές υφεσιακές πιέσεις εξαιτίας της εμπλοκής της σε δύο διαδοχικές φούσκες αξιών: πρώτη τη φούσκα των κρατικών περιουσιακών στοιχείων της Ανατολικής Γερμανίας που εκποιήθηκαν από την Τρόινχαντ κατά τη δεκαετία του 1990 και δεύτερη την αμερικάνικης προέλευσης φούσκα των εταιριών .com.

«Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 η Γερμανία αγωνιζόταν να τηρήσει τους κανόνες της Ευρωζώνης που αποσκοπούσαν στη σταθερότητα του κοινού νομίσματος. Αντί όμως να εφαρμόσει μια πολιτική λιτότητας ο καγκελάριος Σρέντερ ξεκίνησε μια προσπάθεια αλλαγής των κανόνων», αναφέρει χαρακτηριστικά το άρθρο.Σύμφωνα με τους δύο δημοσιογράφους,  το Σύμφωνο Σταθερότητας χαλάρωσε μεν ύστερα από την επιμονή της Γερμανίας και της Γαλλίας, όμως στην πραγματικότητα επρόκειτο για το έργο ενός ανθρώπου, του Γερμανού καγκελάριου Γκέρχαρντ Σρέντερ, ο οποίος δεν ήθελε να επιβάλει μέτρα λιτότητας στη Γερμανία – σαν αυτά που επιβάλλει σήμερα η Μέρκελ στην ευρωπαϊκή περιφέρεια. Και για να πετύχει την κατάργηση των κυρώσεων που προβλέπονταν στη συνθήκη του Μάαστριχ – αρχικά μια διαδικασία προειδοποίησης και στη συνέχεια επιβολή χρηματικών προστίμων – ζήτησε τη βοήθεια των Γάλλων. 

«Η επιχείρηση αποδυνάμωσης του Συμφώνου ξεκίνησε μυστικά το καλοκαίρι του 2003. Η γερμανική οικονομία βρισκόταν από χρόνια στο τέλμα της ύφεσης. Η ανεργία άρχισε να αυξάνεται και το έλλειμμα να διογκώνεται σημαντικά. Τον προηγούμενο χρόνο ο Γερμανός Υπουργός Οικονομικών Άιχελ είχε καταφέρει να συγκρατήσει σχετικώς το έλλειμμα. Όμως σύντομα έγινε προφανές ότι η κατάσταση δεν πρόκειται να βελτιωθεί. Επειδή ο Σρέντερ και ο Άιχελ δεν ήθελαν να αποκαταστήσουν τον προϋπολογισμό μέσω της λιτότητας, οι περαιτέρω προειδοποιήσεις από τις Βρυξέλες ή ακόμη κι ένα χρηματικό πρόστιμο έμοιαζαν θέμα χρόνου. Ο Σρέντερ παρά ταύτα βρήκε μια λύση. Αν δεν γινόταν να προσαρμόσει τα δημόσια οικονομικά της κυβέρνησης στο Σύμφωνο Σταθερότητας, τότε θα έπρεπε απλά να προσαρμόσει το Σύμφωνο Σταθερότητας στα δημόσια οικονομικά του γερμανικού κράτους».

Δηλαδή ο Γκέρχαρντ Σρέντερ αποφάσισε να αναλάβει δράση ώστε να αλλάξουν οι ευρωπαϊκοί κανόνες και να εναρμονιστούν με τις ανάγκες των δημόσιων οικονομικών της Γερμανίας ως είχαν εκείνη την εποχή. Η στρατηγική αυτή προδίδει τάσεις ηγεμονίας – εύλογες ίσως για την πρώτη σε μέγεθος ευρωπαϊκή οικονομική δύναμη, που πάντως δεν θα ήταν τόσο προβληματικές αν το Βερολίνο δεν έκανε το 2010 στροφή 180 μοιρών επιδιώκοντας να επιβάλλει στους εταίρους της όσα βαριά πάλεψε να αποφύγει το 2005 – με αλλαγή των κανόνων – το ίδιο. 

«Ο Σρέντερ προσπάθησε να εξασφαλίσει την υποστήριξη του Γάλλου προέδρου Ζακ Σιράκ και του Βρετανού πρωθυπουργού Τόνι Μπλερ. ‘Η πρωτοβουλία θα κερδίσει έδαφος αν υποστηριχτεί και από τη Μεγάλη Βρετανία’, ανέφερε ένα εσωτερικό έγγραφο της Καγκελαρίας. ‘Κατά συνέπεια παρακαλώ τηρείστε απόλυτη εμπιστευτικότητα μέχρι να επιτευχθεί η τελική συμφωνία’. 
Το έγγραφο περιγράφει τι είχε στο μυαλό του ο Σρέντερ: ‘Η Γερμανία και η Γαλλία πρέπει να μπορούν να δημιουργήσουν τα  απαραίτητα αναπτυξιακά κίνητρα, ακόμη κι αν πρέπει να υπερβαίνουν το κατώφλι  3% του ελλείμματος’. Για το καλό της οικονομίας με άλλα λόγια, καμία χώρα δεν πρέπει να υποχρεώνεται σε λιτότητα εκτός κι αν η ίδια το θέλει».

Για το καλό της οικονομίας καμιά χώρα δεν πρέπει να υποχρεώνεται σε λιτότητα εκτός κι αν η ίδια το θέλει, έλεγε η Γερμανία το 2004! Σήμερα όμως λέει ακριβώς το ανάποδο: ότι οι χώρες πρέπει να υποχρεωθούν σε λιτότητα και μάλιστα σαρωτικού χαρακτήρα – είτε το θέλουν είτε όχι. Προφανώς γιατί το καλό της δικής τους οικονομίας δεν ενδιαφέρει τη Γερμανία, μόνο το καλό της δικής της οικονομίας την ενδιέφερε. 

«Στους μήνες που ακολούθησαν το θέμα πέρασε στην κορυφή της ευρωπαϊκής ατζέντας. Αλλά όχι με τη μορφή που ήθελε ο Σρέντερ. Αντί για χαλάρωση του Συμφώνου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδίωκε τότε την ενίσχυσή του. Σε έγγραφο της 23ης Ιουνίου 2004 προς τον επικεφαλής της Καγκελαρίας κ. Σταϊνμάγιερ, ένας αξιωματούχος προειδοποιούσε ότι οι προτάσεις της Επιτροπής συνέτειναν στην πιο αυστηρή εφαρμογή των κανόνων. Οι προτεινόμενες αλλαγές αφορούσαν πιο συχνές προειδοποιήσεις καθώς και μια απαίτηση οι χώρες που έχουν δημόσιο χρέος που ξεπερνά το κατώφλι του 60% να έχουν δημοσιονομικά πλεονάσματα».

Η αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας επί το αυστηρότερο ήταν όμως κόκκινο πανί για τον Σρέντερ καθώς θεωρούσε ότι κάτι τέτοιο θα ασκούσε τρομερή πίεση στη γερμανική οικονομία και τα δημοσιονομικά του Βερολίνου. Στα γνωστά ευρωπαϊκά παζάρια για το θέμα που έγιναν τους δύο τελευταίους μήνες του 2004 και το πρώτο τρίμηνο του 2005, στο πλευρό του Γερμανού Υπουργού Οικονομικών τάχθηκαν οι ομόλογοί του της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ελλάδας ( δηλαδή η άκρως σπάταλη κυβέρνηση Καραμανλή), ενώ απέναντί τους βρέθηκαν όλοι οι υπόλοιποι, με επικεφαλής τον πρόεδρο του Eurogroup Ζαν Κλοντ Γιούνκερ και τους ομολόγους τους της Αυστρίας και της Ολλανδίας. Επειδή οι άλλοι δεν πείθονταν, στη Σύνοδο Κορυφής της 23ης Μαρτίου 2005 η Γερμανία έφτασε τελικά να εκβιάσει ότι δεν θα υπογράψει τα συμπεράσματα για να κερδίσει αυτό που ήθελε – όπως ο Μάριο Μόντι της Ιταλίας στην τελευταία σύνοδο. Έτσι  ο Σρέντερ κέρδισε τη μάχη. Και κλείνει το Spiegel:

«‘Η συμφωνία θεωρείται γενικά ως μια γερμανική επιτυχία επειδή ο Υπουργός Άιχελ κατάφερε να επιβάλει την πλειοψηφία των αιτημάτων μας’, ανέφερε έγγραφο της καγκελαρίας προς τον Σρέντερ στην επαύριο της ευρωπαϊκής συνόδου.
'Ενισχύσαμε τον βραχίονα σταθερότητας του συμφώνου’, υπερηφανεύονταν οι αξιωματούχοι του Σρέντερ. ‘Θα αυξήσουμε την εξοικονόμηση δαπανών στις καλές συγκυρίες και η εστίαση θα μεταφερθεί κυρίως στη βιωσιμότητα και την ποιότητα των δημόσιων οικονομικών’. 
Μια πλάνη, όπως αποδείχτηκε αργότερα. Η Ελλάδα αντιμετώπισε προβλήματα πέντε χρόνια μετά και η κρίση του ευρώ ξεκίνησε. Δύο χρόνια αργότερα, τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης συμφώνησαν σε ένα δημοσιονομικό σύμφωνο που όχι μόνο ανατρέπει τα μέτρα χαλάρωσης του Συμφώνου Σταθερότητας του 2005, αλλά και το καθιστά πιο αυστηρό από ποτέ.
Το γερμανικό Κοινοβούλιο ενέκρινε πρόσφατα το νέο δημοσιονομικό σύμφωνο με πλειοψηφία δύο τρίτων. Μεταξύ αυτών που το υπερψήφισαν ήταν και ο βουλευτής Φρανκ Βάλτερ Στάινμαγιερ».


Δηλαδή ο επικεφαλής της καγκελαρίας του Σρέντερ. Τι βλέπουμε εδώ; Πως ο ίδιος άνθρωπος που πρωτοστάτησε στη χαλάρωση του Συμφώνου Σταθερότητας κατά την περίοδο 2003-2005 όπου η Γερμανία είχε ύφεση επειδή ενεπλάκη σε φούσκες, τώρα που οι φούσκες και η ύφεση πλήττουν πια το Νότο και όχι τη χώρα του συμπράττει στη σύσφιξή του. Δύο παρόμοιες βασικές οικονομικές συνθήκες  με φούσκες, ύφεση και αύξηση του δημόσιου ελλείμματος πάνω από τα όρια του Μάαστριχ αλλά με διαφορετικές χώρες στο κέντρο του προβλήματος (το 2005 η Γερμανία, σήμερα τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας)  – και τους Γερμανούς να επιμένουν αδιάλλακτα κάθε φορά για άλλες, αντίθετες μεταξύ τους στρατηγικές: εκείνες που εξυπηρετούν τα συμφέροντα της δικής τους εθνικής οικονομίας.

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Πολιτικοί versus οικονομολόγων, Φιλελεύθεροι versus μετακεϋνσιανών

Tα αίτια για την ευρωπαϊκή κρίση και για το τι πρέπει να κάνει η Ευρώπη για να τη λύσει διαφέρουν ανάλογα με το ποιος μιλάει. Κατά βάση μιλούν δύο κατηγοριών άνθρωποι: οι πολιτικοί και οικονομικοί αξιωματούχοι της Ευρωζώνης και των κρατών μελών της, δηλαδή ουσιαστικά οι εκπρόσωποι της πολιτικής εξουσίας, και οι οικονομολόγοι, δηλαδή οι έστω και υπό προϋποθέσεις εκπρόσωποι της επιστήμης. Και αποκαλώ τους οικονομολόγους έστω και υπό προϋποθέσεις εκπροσώπους της επιστήμης όχι μόνο γιατί τα οικονομικά είναι κοινωνική επιστήμη που υπόκειται σε ιδεολογικές πολιτικές επιρροές, αλλά και εξαιτίας του γνωστού ανέκδοτου: οικονομολόγος, λέει, είναι αυτός που σου εξηγεί σήμερα γιατί δεν έγινε εκείνο που είχε προβλέψει χτες...

Παρά ταύτα, ιδίως σε ό,τι αφορά τα αίτια και την αντιμέτωπιση μιας οικονομικής κρίσης, θα αναγνωρίσω στο λόγο των οικονομολόγων μεγαλύτερη εγκυρότητα από ό,τι στο λόγο των πολιτικών, που κατά κανόνα τείνουν να χειραγωγούν τον κόσμο προκειμένου να εξυπηρετήσουν ατομικά και συλλογικά συμφέροντα και να κερδίσουν οι ίδιοι ψήφους και ισχύ.

Αν δεχτούμε λοιπόν ότι όλα αυτά ισχύουν έτσι γενικά, έπεται – με βάση και το ανέκδοτο  – ότι αν υπάρχει ένας λόγος που να διεκδικεί τη μέγιστη εγκυρότητα για την ευρωπαϊκή κρίση, είναι των λίγων εκείνων οικονομολόγων που όταν όλοι οι άλλοι πανηγύριζαν για το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα,  που θα έφερνε τη σύγκλιση των ευρωπαϊκών οικονομιών, πλούτο στην Ευρώπη κι όλα τα καλά... προέβλεψαν μόνοι σωστά πως το ευρώ θα έφερνε στην Ευρώπη αστάθεια και θα κινδύνευε να οδηγήσει σε μείωση της παραγωγής και αύξησης της ανεργίας για κάποια κράτη μέλη του.  

Ας πιάσω όμως το νήμα από την αρχή. Το τι λένε οι πολιτικοί για τα αίτια της ευρωπαϊκής κρίσης είναι πασίγνωστο – το παπαγαλίζουν αδιάκοπα τα μήντια και το έχουμε όλοι εμπεδώσει... Η κυρίαρχη άποψη, που ξεκίνησε από τη Γερμανία, λέει ότι η κρίση οφείλεται στην απώλεια εμπιστοσύνης των αγορών προς ορισμένα "σπάταλα" κράτη της ευρωπαϊκής περιφέρειας που στους καλούς καιρούς δανείστηκαν υπερβολικά. Τη γερμανική αυτή θέση συμμερίζεται επίσης η ΕΚΤ αλλά και οι περισσότερες συστημικές κεντροδεξιές και σοσιαλδημοκρατικές κυβερνητικές και πολιτικές δυνάμεις της Ευρωζώνης – αν και όλοι οι πολιτικοί ηγέτες του Νότου κατηγόρησαν ο ένας μετά τον άλλο τις "κακές" αγορές κάθε φορά που έβλεπαν να αυξάνει το δικό τους κόστος δανεισμού ή να φτάνει η ώρα του δικού τους μνημονίου ως κερδοσκοπικές και ανορθολογικές επειδή τάχα δεν αναγνώριζαν τις προσπάθειες που κατέβαλαν τα κράτη να μπουν στο ίσιο δρόμο μπλα μπλα μπλα...  

Από το πολιτικό στερέωμα, οι μόνες πολιτικές δυνάμεις που διαφοροποιήθηκαν από αυτή την κυρίαρχη αφήγηση ήταν τα κόμματα της ευρωπαϊκής αριστεράς – σε μας ο ΣΥΡΙΖΑ – καθώς εξ ορισμού και από χρόνια απέρριπταν τη λογική  του ευρώ ως νεοφιλελεύθερου οικοδομήματος (απέρριπταν δηλαδή τη χρηματοδότηση των κρατών από τις αγορές, τους περιορισμούς χρέους και ελλείμματος του Μάαστριχ για τη δημοσιονομική πολιτική των κρατών κλπ). Έτσι, για την αριστερά η ευρωπαϊκή κρίση ήταν αποτέλεσμα νεοφιλελεύθερης επίθεσης, παράδοσης των κρατών της Ευρωζώνης στις λεγόμενες κεφαλαιαγορές και απαγόρευσης της χρηματοδότησης των κρατών απευθείας από την ΕΚΤ.

Τέλος, στο κομμάτι του πολιτικού λόγου θα εντάξω και την πρόσφατη ευφυή, συνθετική – και αποδεκτή από πλειάδα μεγάλων ονομάτων των οικονομικών – προσέγγιση της ευρωπαϊκής κρίσης από τον Τζορτζ Σόρος επειδή είναι μια προσέγγιση πολιτική-οικονομική. Δανειζόμενος αναλογίες από την οικονομική θεωρία κι εμπειρία για τις φούσκες, ο Σόρος διαβάζει την ευρωπαϊκή οικονομική κρίση ως κρίση του "ευρώ ως πολιτικού σχεδίου": ως ένα σκάσιμο της "πολιτικής φούσκας του ευρωπαϊκού σχεδίου", όπως χαρακτηριστικά την έχει βαφτίσει. Η πολιτική φούσκα του ευρωπαϊκού σχεδίου, κατά Σόρος, που ξεκίνησε με την Ευρωπαϊκή Ένωση Άνθρακα και Χάλυβα, που εξελίχθηκε  θετικά επί 60 χρόνια μέσα από μικρά επιτυχημένα βήματα  τα οποία έκαναν οι ευρωπαϊκές εθνικές ελίτ εν γνώσει τους ότι αυτά είναι ανεπαρκή και ότι πάντα θα απαιτείται κάτι μεγαλύτερο στο μέλλον, οδήγησε ως τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατόπιν του κοινού νομίσματος, έχοντας ως τελικό όραμα την πλήρη πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης.  Αλλά όπως ακριβώς μια οικονομική φούσκα σκάει όταν οι τιμές των αντίστοιχων ενεργητικών αρχίζουν για οποιοδήποτε λόγο να καταρρέουν, έτσι και το ευρωπαϊκό πολιτικό σχέδιο άρχισε να ξεφουσκώνει με αφετηρία την εθνική στροφή της Μέρκελ όταν η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση πέρασε από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη κι έπληξε τις υπερμοχλευμένες ευρωπαϊκές τράπεζες. Σε μια συγκυρία κρίσης, κι ενώ η ύπαρξη του ενιαίου νομίσματος και ο προχωρημένος βαθμός ολοκλήρωσης του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος επέβαλαν την αντιμετώπιση του προβλήματος σε επίπεδο Ευρωζώνης, η Γερμανίδα καγκελάριος Αγγέλα Μέρκελ έκανε εθνική στροφή λέγοντας ότι κάθε κράτος θα αναλάβει τις δικές του τράπεζες και ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση...

Αν αυτά λένε οι πολιτικοί και ο πολιτικός-οικονομικός Σόρος – μια κατηγορία από μόνος του  – ας δούμε τα πράγματα κι από την πλευρά των οικονομολόγων. Όπως στους κόλπους των πολιτικών διαπιστώνουμε χονδροειδώς και απλουστευτικά δύο προσεγγίσεις, που αντιστοιχούν στη διαίρεση μεταξύ της συστημικής πολιτικής (δεξιάς και σοσιαλδημοκρατίας) και της αντιπολιτευόμενης αριστεράς, έτσι και στους κόλπους των οικονομολόγων διακρίνουμε χονδροειδώς δύο προσεγγίσεις για τα αίτια της κρίσης (προσοχή, δε μιλώ για τους τρόπους λύσης της): αφενός των λιγότερο ή περισσότερο φιλελεύθερων και αφετέρου των μετακεϋνσιανών.

Η κυρίαρχη άποψη είναι βέβαια η άποψη των φιλελεύθερων της ηπειρωτικής και μη Ευρώπης – ουσιώδεις για την ανίχνευση των μηχανισμών της κρίσης στάθηκαν πρωτίστως οι συμβολές του Αγγλοσάξονα αρθρογράφου των Financial Times, Martin Wolf, και του Γερμανού συναδέλφου του του οικονομικού Ινστιτούτου Ifo Hans Werner Sinn – η οποία πάντως διαφέρει πάρα πολύ από τα τυφλά δήθεν ηθικολογικά κηρύγματα της ΕΚΤ και της Μέρκελ. Τι μας λένε οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι;

Ότι η ευρωπαϊκή κρίση είναι κατά την ουσία της μια κρίση ισοζυγίου πληρωμών, μοιάζει δηλαδή πολύ με τις κρίσεις των αναδυόμενων οικονομιών της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας που έλαβαν χώρα κατά τις δεκαετίες 1980 και 1990. Με την έλευση του ευρώ, εξηγούν – που σήμαινε κοινό νόμισμα και κοινά επιτόκια για τις 17 διαφορετικές οικονομίες της Ευρωζώνης οι οποίες ‘έτρεχαν’ με διαφορετικούς ρυθμούς ανάπτυξης –, και με την απόφαση της ΕΚΤ να κρατήσει για πέντε ολόκληρα  χρόνια το ευρωπαϊκό επιτόκιο στο ιστορικό χαμηλό του 2%  προκειμένου να στηρίξει τις στάσιμες τότε οικονομίες της Γερμανίας και της Γαλλίας – τα κράτη του ευρωπαϊκού Νότου απέκτησαν για πρώτη φορά πρόσβαση σε δανεισμό με πολύ χαμηλό ονομαστικό επιτόκιο. Παράλληλα, η απελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών, η εξάλειψη του συναλλαγματικού κινδύνου και η διάχυτη γενικευμένη αισιοδοξία για τη σύγκλιση των ευρωπαϊκών οικονομιών  ενθάρρυναν την αύξηση των κεφαλαιακών ροών από τα κράτη του πυρήνα προς τα κράτη της περιφέρειας. Έτσι, στα κράτη αυτά αυξήθηκε η κατανάλωση με βάση την πίστωση, η οποία οδήγησε με τη σειρά της σε αύξηση τόσο της εγχώριας ζήτησης όσο και των ονομαστικών μισθών σε υψηλότερο βαθμό από ό,τι στα κράτη του πυρήνα – δηλαδή σε υψηλότερο πληθωρισμό. Ο υψηλότερος πληθωρισμός στην περιφέρεια σήμαινε όμως πως το πραγματικό επιτόκιο δανεισμού ήταν στην πραγματικότητα για τα κράτη αυτά αρνητικό, γεγονός που τροφοδότησε περαιτέρω αύξηση της ζήτησης. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των διαδικασιών ήταν εν τέλει μια καλπάζουσα αύξηση της εγχώριας ζήτησης στα κράτη της ευρωπαϊκής περιφέρειας που παρήγαγε ωστόσο διαφορετικά αποτελέσματα ανάλογα με τις παραδόσεις και τα χαρακτηριστικά της κάθε χώρας. Στην Ισπανία και την Ιρλανδία για παράδειγμα, όπου δανείστηκε κυρίως ο ιδιωτικός τομέας με προεξάρχουσες τις τράπεζες και τις κατασκευαστικές εταιρείες, δημιουργήθηκαν μεγάλες φούσκες ακινήτων, ενώ στην Ελλάδα όπου δανείστηκε κυρίως ο δημόσιος τομέας, το πάρτι στήθηκε γύρω από τις  δημόσιες δαπάνες που πήγαν για προμήθειες, χατήρια ημετέρων και  μισθούς στο δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η διαδοχή των γεγονότων και οι συνέπειές τους, δηλαδή το γεγονός ότι μια ομάδα κρατών αύξησε πολύ το δανεισμό της, άρα και το χρέος της προς το εξωτερικό, μέχρι που μια αιφνίδια κρίση έπληξε το σύστημα, και σταμάτησαν απότομα οι εισροές ξένων κεφαλαίων καθιστούν την κρίση των κρατών της ευρωπαϊκής περιφέρειας παρόμοια με την κρίση των  αναπτυσσόμενων οικονομιών. Κι επειδή οι κρίσεις των αναπτυσσόμενων οικονομιών κατέληξαν σε εθνικά χρεοστάσια, έπεται ότι και οι κρίσεις των κρατών της ευρωπαϊκής περιφέρειας ενδέχεται να καταλήξουν σε εθνικά χρεοστάσια αν δεν υπάρξει μια κεντρική απόφαση να λειτουργήσει η ΕΚΤ ως δανειστής εσχάτου καταφυγίου – με άμεσο ή πλάγιο τρόπο.  Κι όλα αυτά συμβαίνουν, έχουν καταλήξει τους τελευταίους πια μήνες, οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι, επειδή η Ευρωζώνη είναι κατά την αρχιτεκτονική των θεσμών και των διακανονισμών της μια υβριδική και ατελής νομισματική ένωση: δηλαδή κάτι ανάμεσα σε σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμίων μεταξύ ανεξάρτητων κρατών και σε μια πλήρως ολοκληρωμένη οικονομία. Τελικό φιλελεύθερο συμπέρασμα: άρα η ευρωπαϊκή κρίση είναι σε πλήρη εξέλιξη και περιμένουμε – όσοι επιβιώσουμε από αυτήν... – να δούμε τη λύση ή το τέλος της που θα πάρει κάποια στιγμή το όποιο σχήμα του από τις αλλαγές που ενδέχεται να αποφασιστούν στην αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης και στο ρόλο της ΕΚΤ και  από τις υποχωρήσεις που ενδέχεται να κάνουν οι ευρωπαϊκές ηγεσίες κι από τον όγκο των δεινών που θα καταφέρουν να αντέξουν οι λαοί του ευρωπαϊκού Νότου πριν επαναστατήσουν...

Τέλος, η τέταρτη και ... φαρμακερή προσέγγιση της κρίσης είναι εκείνη των οπαδών της λεγόμενης Σύγχρονης Νομισματικής Θεωρίας (Modern Monetary Theory), μια γενιάς αμερικανών μετακεϋνσιανών οικονομολόγων, που τα είχαν όλα κατανοήσει και τα είχαν όλα προβλέψει από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 αλλά είχαν αντιμετωπιστεί από τότε με καχυποψία και απόρριψη από τους Ευρωπαίους ως δήθεν ευρωσκεπτικιστές. Οι οικονομολόγοι αυτοί είχαν από τότε υποστηρίξει ότι η ΟΝΕ, με την πλήρη διάκριση μεταξύ νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής όπου η μεν δημοσιονομική πολιτική ελέγχεται με πολύ αυστηρά κριτήρια (δημόσιο έλλειμμα κάτω του 3% και χρέος κάτω του 60%), η δε νομισματική πολιτική έχει μεγάλο βαθμό ανεξαρτησίας προκειμένου να εστιάζει απερίσπαστη στον πρωταρχικό στόχο της σταθερότητας των τιμών,  σχεδιάζονταν ως το πρώτο σύγχρονο παγκόσμιο πείραμα μεγάλης κλίμακας που προσπαθούσε να διαρρήξει το δεσμό μεταξύ ενός κράτους και του νομίσματός του. Μόνο που ένα τέτοιο πείραμα, είχαν τονίσει, παρήγαγε ένα πολύ-πολύ σοβαρό πρόβλημα: με την απεμπόληση της νομισματικής κυριαρχίας τους, τα κράτη της ΟΝΕ δεν θα ήταν πια σε θέση να εφαρμόζουν μια συντονισμένη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική που ήταν απολύτως απαραίτητη προκειμένου να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μια ύφεση. Κι αυτό ήταν μια αδυναμία που εγκυμονούσε τρομερά προβλήματα για την απασχόληση και την παραγωγή.

Διότι η δομή της Ευρωζώνης, είχαν πει οι μετακεϋνσιανοί, θα είχε ως συνέπεια ότι τα κράτη μέλη της θα υποχρεώνονταν στο εξής να ασκούν δημοσιονομική πολιτική σαν να είχαν ξένο νόμισμα, να δανείζονται δηλαδή από τις αγορές. Τι θα γινόταν λοιπόν αν για οποιοδήποτε λόγο προέκυπτε μια ύφεση; Οι επενδυτές θα αποκτούσαν επιφυλάξεις για το έλλειμμα ή το χρέος κάποιου μέλους και το μέλος αυτό θα υποχρεώνονταν να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό τους μειώνοντας τις δαπάνες του - ακόμη κι αν δεν το ήθελε. Με άλλα λόγια, μέσα στην Ευρωζώνη και σε περίπτωση ύφεσης, οι δυνάμεις της αγοράς θα μπορούσαν να ζητήσουν και να επιβάλλουν στις χώρες την άσκηση κυκλικής δημοσιονομικής πολιτικής που θα επέτεινε την ύφεση, την ανεργία και τη μείωση της παραγωγής.  Σας θυμίζουν κάτι όλα αυτά; Μα ό,τι ακριβώς ζούμε σήμερα εμείς στην Ελλάδα σε μεγάλο βαθμό και οι άλλες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας σε μικρότερο.

Οι αμερικανοί μετακεϋνσιανοί είχαν προβλέψει από τότε και πολλά άλλα πράγματα: το τρόπο με την οποίο επρόκειτο να λειτουργήσει στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες η πολιτική που είχε εισαγάγει το Βερολίνο από τη δεκαετία του 1990 με στόχο τη συμπίεση των γερμανικών μισθών, δημιουργώντας  και σε αυτές πιέσεις για μείωση των μισθών αλλά και γενικότερη συμπίεση της συνολικής ευρωπαϊκής ζήτησης, την αδυναμία να δοθεί λύση στο πρόβλημα μείωσης της ευρωπαϊκής ζήτησης και αύξησης της ανεργίας μέσα από την αύξηση των ευρωπαϊκών εξαγωγών προς τον υπόλοιπο κόσμο λόγω της ανατίμησης του ευρώ έναντι του δολαρίου και του γεν κλπ.

Θα κλείσω εδώ προς το παρόν και σύντομα θα επανέλθω με αποσπάσματα από τα προφητικά γραπτά αυτής της ομάδας που οι Ευρωπαίοι - δυστυχώς ακόμη και το μεγαλύτερο μέρος της ευρωπαϊκής αριστεράς -  αγνόησαν. Κρίμα για μας! Κρίμα για όλες κι όλους τους άνεργους αυτής της προαναγγελθείσας αλλά μη αποτραπείσας κρίσης!..