Δημιούργησα αυτό το blog όταν έμεινα άνεργη. Αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου ως άνεργη του/λόγω ευρώ - δηλαδή ως eurounemployed. Γιατί; Τις παραμονές της εισόδου της Ελλάδας στο ευρώ, κυριαρχούσε μια ρητορική περί "ισχυρής Ελλάδας" και συμμετοχής της στον "πυρήνα της Ευρώπης" που θα έφερνε πλούτο - η οποία όμως δεν εξηγούσε πώς θα έρθει ο πλούτος. Τότε δεν έκανα οικονομικά, οπότε ρώτησα σχετικά φίλιες δυνάμεις οικονομικών συντακτών. Μου απάντησαν πως η συμμετοχή σε μια νομισματική ένωση αυξάνει τον συνολικό πλούτο, άρα επωφελούνται όλοι. Έστω, είπα, αλλά από τη στιγμή που ειδικώς η χώρα μας εισάγει όλο και περισσότερα από όσα εξάγει και χάνει διαρκώς παραγωγή, πώς θα ωφεληθεί από την ΟΝΕ; Κι αν αυτό γίνεται συνεχώς, δεν θα μας τελειώσουν κάποτε τα ευρώ; Πήρα μια απάντηση του τύπου "αυτό δεν έχει σημασία στα πλαίσια μιας νομισματικής ένωσης", η οποία δεν με ικανοποίησε. Πολλά χρόνια μετά, μάθαμε όλοι μας βιωματικά πως μια οικονομία με τα χαρακτηριστικά της ελληνικής, με τη συμμετοχή της σε μια νομισματική ένωση όπως η ΟΝΕ, υπερχρεώνεται και καταλήγει σε χρεοκοπία. Κι εγώ έμαθα ότι τα φαινομενικά απλοϊκά ερωτήματα που έθετα το 1999 περιέγραφαν το πρόβλημα του ισοζυγίου πληρωμών, που αποτέλεσε ένα από τα μείζονα προβλήματα του ευρώ, μια από τις βασικότερες αιτίες της κρίσης και το οποίο είχε συζητηθεί εκτεταμένα μεταξύ των οικονομολόγων κατά τη δεκαετία του 1990, όταν μεγάλο μέρος των δεινών που ζούμε σήμερα είχε προβλεφθεί - αλλά οι αλαζόνες πολιτικοί δεν έδιναν σημασία.
Να τι έγραφε ο οικονομολόγος Wynne Godley το 1992: "Τι θα συμβεί αν μια ολόκληρη χώρα – μια εν δυνάμει περιοχή σε μια πλήρως ολοκληρωμένη ένωση – υποστεί διαρθρωτική ύφεση; Όσο αυτή η χώρα αποτελεί ανεξάρτητο κράτος έχει τη δυνατότητα να υποτιμήσει το νόμισμά της. Στη συνέχεια μπορεί να συνεχίσει την οικονομική της δραστηριότητά επιτυχώς με πλήρη απασχόληση αν υποθέσουμε ότι ο κόσμος δεχτεί τις απαραίτητες μειώσεις στα πραγματικά του εισοδήματα. Σε μια οικονομική και νομισματική ένωση όμως, αυτή η δυνατότητα εμφανώς χάνεται και οι προοπτικές της χώρας επιβαρύνονται σοβαρά, εκτός κι αν υπάρξουν σοβαροί ομοσπονδιακοί δημοσιονομικοί διακανονισμοί που θα αναλάβουν να εκπληρώσουν έναν αναδιανεμητικό ρόλο (...). Αν μια χώρα ή μια περιοχή δεν έχει τη δυνατότητα να υποτιμήσει το νόμισμά της και δεν επωφελείται από ένα σύστημα δημοσιονομικών μεταβιβάσεων, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να σταματήσει μια διαδικασία σωρευτικής και ακραίας ύφεσης η οποία θα οδηγήσει στο τέλος στη μετανάστευση ως το μόνο εναλλακτικό δρόμο στη φτώχεια ή την πείνα". (Wynne Godley, Maastricht and All That. LRB,Vol 14. Nο 19 1992).

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

Ο Ντράγκι προετοιμάζει κίνηση ματ ενάντια στη Bundesbank

Οι αγορές και τα κράτη του ευρωπαϊκού Νότου περίμεναν τη χθεσινή συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ με εύλογη  αγωνία. Μιλώντας στο Λονδίνο την περασμένη βδομάδα, σε μια στιγμή που τα ισπανικά και ιταλικά σπρεντ κάλπαζαν ανοδικά, ο Μάριο Ντράγκι είχε καλλιεργήσει υψηλές προσδοκίες ότι η κεντρική τράπεζα θα επαναλάμβανε τις αγορές κρατικών τίτλων για να μειώσει το κόστος δανεισμού της Ισπανίας και της Ιταλίας – και μάλιστα με μόνιμο τρόπο. «Στο πλαίσιο της εντολής μας η ΕΚΤ είναι έτοιμη να κάνει ό,τι χρειάζεται για να προστατέψει το ευρώ. Και πιστέψτε με, θα είναι αρκετό», είχε πει ο πρόεδρος της ΕΚΤ, προσθέτοντας με νόημα: «Στο βαθμό που το μέγεθος των πρίμιουμ που πληρώνουν τα κράτη για το δανεισμό τους παρεμποδίζει τη λειτουργία των μηχανισμών μεταβίβασης της νομισματικής πολιτικής, εμπίπτουν στην εντολή μας». Δηλαδή για πρώτη φορά από την έναρξη της κρίσης του ευρώ, ο επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας φαίνονταν διατεθειμένος να αναδεχτεί την ευθύνη της ΕΚΤ ως δανειστή εσχάτου καταφυγίου για τις χώρες του κοινού νομίσματος, δηλώνοντας ότι η ΕΚΤ μπορεί να παρέμβει νομίμως στις αγορές ομολόγων προκειμένου να μειώσει τα υψηλά επιτόκια που ζητούν οι επενδυτές για να αγοράσουν ιταλικά και ισπανικά ομόλογα – και να σώσει έτσι την Ευρωζώνη.

Χτες, μετά τη λήξη της συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ που άφησε  αμετάβλητα τα επιτόκια, ο Μάριο Ντράγκι φάνηκε εκ πρώτης όψεως να μην προσθέτει τίποτα το ουσιαστικό – οι περισσότεροι αναλυτές είπαν ότι έκανε κι ένα βήμα πίσω. «Το διοικητικό συμβούλιο, στο πλαίσιο της εντολής του να διατηρεί την σταθερότητα των τιμών μεσοπρόθεσμα και με διατήρηση της ανεξαρτησίας του να καθορίζει τη νομισματική πολιτική, ενδέχεται να προχωρήσει σε άμεσες πράξεις ανοιχτής αγοράς επαρκούς μεγέθους για να επιτύχει το στόχο του», δήλωσε ο Μάριο Ντράγκι, προσθέτοντας παράλληλα πως η συγκεκριμένη επιλογή υπερψηφίστηκε από όλα τα μέλη του ΔΣ της κεντρικής τράπεζας πλην ενός – του προέδρου της Bundesbank Γιενς Βάιντμαν που τάχθηκε κατά της αγοράς ομολόγων των κρατών της ευρωπαϊκής περιφέρειας και ζήτησε να συνεχιστεί η πίεση των αγορών στα κράτη προκειμένου να υποχρεωθούν σε μεταρρυθμίσεις.

Ο Ντράγκι πρόσθεσε επίσης ότι οι αγορές ιταλικών και ισπανικών ομολόγων της ΕΚΤ πιθανότατα θα αφορούν τίτλους βραχυπρόθεσμης διάρκειας έτσι ώστε να επανέλθει στα φυσιολογικά της η καμπύλη αποδόσεων των τίτλων αυτών των δύο χωρών, πως η ΕΚΤ εργάζεται πάνω σε ένα σχέδιο διαφορετικού εύρους και όρων από τα προηγούμενο του οποίου οι λεπτομέρειες θα ανακοινωθούν τις προσεχείς εβδομάδες και τέλος, πως η όποια παρέμβαση της ΕΚΤ θα πρέπει να αναμένεται το νωρίτερο το Σεπτέμβριο και θα εξαρτάται από την βούληση των κρατών που αντιμετωπίζουν πρόβλημα με το κόστος δανεισμού τους να προσφύγουν στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς.

Κατρακύλα στις αγορές

Οι ανακοινώσεις αυτές, αν και είχαν βαρύνον νόημα, βρέθηκαν πολύ πίσω από τις προσδοκίες της αγοράς, εξ ου και η μεγάλη συντονισμένη πτώση σε ευρώ, χρηματιστήρια, ισπανικά ομόλογα και εμπορεύματα που τις διαδέχτηκε. Κάπως έτσι, ο γαλλικός CAC-40 έχασε 2.68%, ο γερμανικός DAX 2.2%, τα χρηματιστήρια της Μαδρίτης και του Μιλάνου έχασαν 5.16% και 4.64%, το ευρώ βούτηξε από το 1,24 έναντι του δολαρίου όπου είχε βρεθεί το πρωί στο 1,21, ενώ οι αποδόσεις των 10ετών ισπανικών και ιταλικών ομολόγων ξεπέρασαν πάλι το όριο του 7% και το 6% αντίστοιχα.

Αρνητικά ήταν τα σχόλια και των περισσότερων αναλυτών για τις ανακοινώσεις της κεντρικής τράπεζας, με την BNP Paribas να σημειώνει χαρακτηριστικά: «Η ΕΚΤ δεν άλλαξε τη νομισματική πολιτική της και δεν πρόσφερε λεπτομέρειες για τις πιθανές μελλοντικές ενέργειές της. Πρέπει να αντιμετωπιστούν οι πιέσεις στις αγορές κρατικών ομολόγων και η ΕΚΤ θα μπορούσε να βοηθήσει. Αλλά για άλλη μια φορά η ΕΚΤ πετά το μπαλάκι στο γήπεδο των πολιτικών. Η επανεκκίνηση του προγράμματος αγοράς ομολόγων είναι σημαντική αλλά θα πρέπει πρώτα οι πιεσμένες χώρες να ζητήσουν βοήθεια από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς».

Χωρίς να αρνούμαστε το ειδικό βάρος της διάψευσης των αγορών που περίμεναν κάτι πολύ πιο δραστικό χτες από την ΕΚΤ, θα επιλέξουμε να δούμε την άλλη πλευρά των ανακοινώσεων Ντράγκι καθώς η γνώμη μας είναι ότι περιλάμβαναν πραγματικά νέα και ουσιαστικά στοιχεία που δηλώνουν την κυοφορία μιας μείζονος αλλαγής στη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ, ενώ συν τοις άλλοις επιβεβαιώνουν πλήρως το σενάριο περί ετοιμότητας της ΕΚΤ να ρίξει χρήμα στο σύστημα εφόσον πάρει πολιτική κάλυψη που δημοσίευσε πριν δυο μέρες το Ρόιτερ. Ποια είναι λοιπόν αυτά τα νέα στοιχεία:

Η Καρλσρούη και ο Βάιντμαν  

Πρώτον, σαφώς και δεν είναι νέο στοιχείο αλλά μάλλον ένα βήμα πίσω το ότι η ΕΚΤ μπορεί να ξαναρχίσει να αγοράζει κρατικά ομόλογα – και μάλιστα όχι εδώ και τώρα μέσα στον Αύγουστο. Είναι όμως νέο στοιχείο το ότι αν και όταν γίνουν αυτές οι αγορές θα έχουν επιτέλους το ‘κατάλληλο μέγεθος προκειμένου η ΕΚΤ να πετύχει τους στόχους της’ – δηλαδή την επιβολή ενός ανώτατου πλαφόν στο κόστος δανεισμού της Ισπανίας και της Ιταλίας. Η θέση αυτή αντιπροσωπεύει μια πολύ δραστική  αλλαγή έναντι του προηγούμενου προγράμματος αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ που πάντα περιγράφονταν σαν ‘περιορισμένο’ και ουδέποτε σχετιζόταν με κάποιον αυστηρά ορισμένο στόχο προστασίας των κλυδωνιζόμενων κρατών του Νότου ούτως ώστε να μη βρεθούν εκτός αγορών.

Δεύτερον, ο Ντράγκι ανακοίνωσε ότι η ΕΚΤ θα αντιμετωπίσει τις ανησυχίες των επενδυτών για το θέμα του δικού της προνομιακού καθεστώτος έναντι των άλλων κατηγοριών πιστωτών, αν και δεν υπεισήλθε σε περαιτέρω λεπτομέρειες. Το σημείο αυτό και νέο είναι αλλά και ιδιαίτερα σημαντικό για την Ελλάδα γιατί μπορεί να δηλώνει πως η ΕΚΤ είναι πολύ πιο έτοιμη να δεχτεί κούρεμα στους ελληνικούς τίτλους που κατέχει προκειμένου να συμβάλλει στην αποκατάσταση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους – όπως ζητά να γίνει το ΔΝΤ.

Τρίτον, για να αναλάβει ξανά δράση η ΕΚΤ όχι μόνο θα πρέπει η Ιταλία και η Ισπανία να κάνουν προσφυγή στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς, αλλά κυρίως τα κράτη του ευρώ να είναι έτοιμα να ενεργοποιήσουν τους δύο ευρωπαϊκούς μηχανισμούς. Στην πραγματικότητα με αυτό τον όρο ο Μάριο Ντράγκι ζητά και φροντίζει να διασφαλίσει πολιτική κάλυψη ενώ  δηλώνει παράλληλα ότι θα περιμένει την απόφαση του γερμανικού συνταγματικού δικαστηρίου της Καλσρούης ως προς τη νομιμότητα των ευρωπαϊκών μηχανισμών που θα εκδοθεί στις 12 Σεπτεμβρίου. Αν η απόφαση αυτή βγει και είναι θετική, λογικά η γερμανική κυβέρνηση, με βάση τις μέχρι στιγμής δηλώσεις της Αγγέλα Μέρκελ και τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου, θα πρέπει να αφήσει τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς και τον κεντρικό τραπεζίτη να προχωρήσουν ελεύθερα σε αγορά ιταλικών και ισπανικών τίτλων. 

Τέταρτον, έχει πολύ ενδιαφέρον να δούμε τι ακριβώς είπε ο πρόεδρος της ΕΚΤ μιλώντας για τις αντιδράσεις της Bundesbank. «Είναι σαφές και γνωστό ότι η Bundesbank έχει τις επιφυλάξεις της για το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων. Η ιδέα είναι ότι τώρα έχουμε την καθοδήγηση, η επιτροπή νομισματικής πολιτικής, η επιτροπή κινδύνου, η επιτροπή αγορών θα εργαστούν πάνω στην καθοδήγηση και κατόπιν θα πάρουμε μια τελική απόφαση και θα μετρηθούν οι ψήφοι». Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Ότι από τη στιγμή που θα έχει διασφαλίσει την υπερψήφιση της αλλαγής πολιτικής της ΕΚΤ από όλα τα άλλα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου και την έγκριση του γερμανικού συνταγματικού δικαστηρίου και την συγκατάνευση της Μέρκελ, ο Ντράγκι θα αγνοήσει τη μία και μόνη αρνητική ψήφο της Bundesbank και θα προχωρήσει στη μεγάλη κίνηση. 

Η ώρα της αλήθειας για τη Γερμανία και την Ευρωζώνη είναι η 13η Σεπτεμβρίου.

Ένα OSI 100 δις θα ήταν η τέλεια λύση αλλά κρατάμε μικρό καλάθι

Τι ποσοστό αλήθειας υπάρχει στα δημοσιεύματα που αναφέρουν ότι οι πιστωτές μας προετοιμάζονται για αναδιάρθρωση του χρέους της Ελλάδας προς τον επίσημο τομέα (OSI), δηλαδή για κούρεμα των ελληνικών κρατικών ομολόγων που κρατά η ΕΚΤ και οι άλλες κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος καθώς και των διμερών δανείων των Ευρωπαίων, με μείωσή τους κατά 100 δις ευρώ; Μέχρι προχτές θα λέγαμε μηδαμινό. Από χτες το ξανασκεφτόμαστε.

Η ιδέα μιας αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους προς τον επίσημο τομέα είναι πολύ καλή, καθώς θα σήμαινε ένα όντως μεγάλο κούρεμα του χρέους μας – το οποίο δεν θα αφορούσε μάλιστα ελληνικά λεφτά όπως έκανε το PSI. Ένα τέτοιο κούρεμα λοιπόν, που θα έριχνε το χρέος κάτω του 100% του ΑΕΠ, σε συνδυασμό με τα νέα μέτρα ύψους 11.5 δις ευρώ, τα οποία με τη σειρά τους θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πρωτογενές πλεόνασμα τον δημόσιο προϋπολογισμό, θα είχαν σοβαρές πιθανότητες να αλλάξουν την εικόνα της ελληνικής οικονομίας και να τη φέρουν σε ένα σημείο ισορροπίας. Αλλά πόσο πιθανό είναι να δούμε την υλοποίηση ενός τέτοιου σεναρίου άμεσα;

Για ένα υπό προετοιμασία OSI επί του ελληνικού χρέους έγραψε δυο φορές την περασμένη βδομάδα (26-27 Ιουλίου) το πρακτορείο Ρόιτερ και το θέμα αναπαρήγαγε όλος ο ελληνικός Τύπος – κάποια μέσα μάλιστα και κάποιοι αρθρογράφοι θριαμβολογώντας, λες και το έχουμε στο τσεπάκι μας...

Το σενάριο του Ρόιτερ: «Ευρωπαίοι αξιωματούχοι…»

«Eυρωπαίοι αξιωματούχοι επεξεργάζονται ένα τελευταίο σχέδιο που θα επιτρέψει στην Ελλάδα να μειώσει περαιτέρω το χρέος της και να παραμείνει στην Ευρωζώνη. Bάσει του σχεδίου τα ελληνικά κρατικά ομόλογα που κατέχουν τόσο η ΕΚΤ όσο και οι υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες θα υποστούν κούρεμα έως και 30%», ανέφερε αρχικά το πρακτορείο Ρόιτερ συνεχίζοντας:

«Οι ιδιώτες επενδυτές έχουν ήδη υποστεί ζημιές από το κούρεμα των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου (PSI), αλλά αυτό δεν στάθηκε δυνατό να επαναφέρει τη χώρα στον δρόμο της φερεγγυότητας και ως εκ τούτου μια νέα αναδιάρθρωση ίσως είναι αναγκαία. Ο νέος στόχος του κουρέματος θα είναι η μείωση του χρέους κατά 70-100 δις ευρώ ώστε να μειωθεί στο 100% ως ποσοστό του ΑΕΠ. Ωστόσο, αυτό συνεπάγεται ότι η ΕΚΤ και οι άλλες κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να δεχθούν ζημιές στο χαρτοφυλάκιο των ομολόγων που κατέχουν ενώ πιθανή είναι και η εμπλοκή των κρατών».

Στη συνέχεια βέβαια το δημοσίευμα του Ρόιτερ αναγνώριζε ότι «ο σχεδιασμός είναι σε αρχικό στάδιο και δεν έχουν λάβει χώρα επίσημες συζητήσεις, όμως είναι γνωστό ότι το πρόγραμμα της Ελλάδας είναι εκτός τροχιάς» και ουσιαστικά κατέληγε στο ότι το συγκεκριμένο σχέδιο περιλαμβάνει δύο επιλογές υπό εξέταση:
• Πρώτον, να κουρευτεί η  ΕΚΤ και οι άλλες εθνικές κεντρικές τράπεζες που κατέχουν ομόλογα ύψους 52 δις ευρώ σε ποσοστό κατά 30%.
• Δεύτερον, να κουρευτεί όχι μόνο η ΕΚΤ και οι κεντρικές τράπεζες αλλά και τα διακρατικά δάνεια των Ευρωπαίων εταίρων της Ελλάδας που είναι περί τα 160 δις ευρώ.

Τέλος, το Ρόιτερ έκλεινε με διάφορα – υπεραισιόδοξα – νούμερα για το μέγεθος του κουρέματος και άρα της μείωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους αναλόγως των επιλογών που θα υιοθετούνταν, με κάποιον αξιωματούχο να περιγράφει σενάριο επιβολής κουρέματος 30% στο σύνολο των δανείων του επίσημου τομέα (κεντρικών τραπεζών και κρατών) που θα αντιστοιχούσε σε 70 δις ευρώ και άλλον να εκτιμά κούρεμα έως 100 δις ευρώ – το οποίο αν γινόταν θα έφερνε το ελληνικό χρέος κοντά στο 100% του ΑΕΠ.

Το σενάριο της Wall Street Journal: «ΔΝΤ και Ελλάδα…» 

Τι ισχύει όμως από όλα αυτά; Επί του παρόντος θεωρούμε τίποτα. Όλα αυτά αποτελούν ‘ασκήσεις επί χάρτου’, που από τη μια μεριά ναι μεν ηχούν ευχάριστα στα αυτιά μας γιατί αν όντως  υιοθετούνταν, θα συνιστούσαν μια  αξιόπιστη λύση, αλλά από την άλλη πώς να πιστέψουμε ότι αληθεύουν όταν γνωρίζουμε ότι οι ευρωπαϊκές ηγεσίες και η ίδια η ΕΚΤ αντιστάθηκαν έως … θανάτου (της Ελλάδας εννοείται) στη συμμετοχή της κεντρικής τράπεζας στο ελληνικό PSI τον περασμένο Φεβρουάριο, παρ’ όλες τις τότε συστάσεις – έως και τους εκβιασμούς – του ΔΝΤ; 

Αυτή τουλάχιστον είναι η δική μας εκτίμηση στη βάση των πληροφοριών επί του ίδιου θέματος που δημοσίευσε η εφημερίδα Wall Street Journal την Παρασκευή 27 Ιουλίου. Όχι, κατά τη Wall Street Journal οι περίφημοι ‘Ευρωπαίοι αξιωματούχοι’ που προετοιμάζουν ένα OSI δεν υφίστανται. Αν κάτι  διαγράφεται πίσω από τις γραμμές του σχετικού δημοσιεύματος της Wall Street είναι μια ύστατη προσπάθεια του ΔΝΤ να σώσει το ελληνικό πρόγραμμα – και τα δικά του δάνεια προς την Ελλάδα – με την επιβολή στους Ευρωπαίους και την ΕΚΤ μιας αναδιάρθρωσης του χρέους της Ελλάδας προς τον επίσημο τομέα.

Πράγματι, το δημοσίευμα της Wall Street Journal περιέγραφε το ίδιο περίπου σχέδιο με το βρετανικό πρακτορείο, σημείωνε εν τούτοις (με έναν πιο συγκεκριμένο τρόπο σε σχέση με το Ρόιτερ) πως οι αξιωματούχοι που επιμένουν στην ανάγκη αυτού του σχεδίου και επιχειρούν την προώθησή του «αντιπροσωπεύουν δύο από τα τέσσερα εμπλεκόμενα μέρη στις συζητήσεις: την ελληνική κυβέρνηση και την τρόικα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου». Φωτογράφιζε δε στη συνέχεια ως τα δύο αυτά μέρη το ΔΝΤ και την Ελλάδα, αναφέροντας αφενός ότι «η σκέψη αυτή (του OSI) συμφωνεί με μια πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ  που εξηγούσε τα θεωρητικά οφέλη της ανάληψης ζημιών από τους άλλους πιστωτές – και ιδίως από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα» και γράφοντας αφετέρου ότι «στην Αθήνα οι αξιωματούχοι ακόμη ελπίζουν ότι οι πιστωτές θα αποδεχτούν μια συμφωνία – αν όχι προς χάριν της Ελλάδας τότε για να μειώσουν τις πιέσεις στις άλλες χώρες που έχουν παγιδευτεί στην κρίση. Υπάρχει ξεκάθαρη κατανόηση ότι αν βγάλουν την Αθήνα από την πρίζα, μπορεί να προκαλέσουν καταστροφή στις άλλες χώρες και ιδίως την Ισπανία καθώς οι αγορές θα πειστούν ότι η Ευρωζώνη δεν έχει τρόπο να θέσει υπό έλεγχο την κρίση».

Συμπέρασμα: δεν πρέπει να δίνουμε πίστη στα αισιόδοξα σενάρια του Ρόιτερ περί δήθεν ευρωπαϊκού σχεδίου που θα μειώσει δραστικά το χρέος μας. Καθώς φαίνεται πρόκειται για μια πρωτοβουλία του ΔΝΤ και μόνον αυτού, που ναι μεν κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση και που πολύ σωστά υποστηρίζεται από την ελληνική κυβέρνηση, αλλά που δεν θα μπορέσει να προχωρήσει δίχως τη συναίνεση των ευρωπαϊκών ηγεσιών και πολύ περισσότερο της ΕΚΤ και των άλλων εθνικών κεντρικών ευρωπαϊκών τραπεζών – οι οποίες αμφιβάλλουμε πολύ αν θα τη δεχτούν, γιατί αν δεχτούν κάτι τέτοιο για την Ελλάδα, πώς να το αρνηθούν μετά για την Ιρλανδία, την Πορτογαλία, την Ισπανία ή την Ιταλία;

Το σενάριο των Financial Times:
Αν οι Ευρωπαίοι διαφωνούν με το ελληνικό OSI,
να δώσουν στο ΔΝΤ τα λεφτά του πίσω


Υπάρχουν όμως έστω και κάποιες λίγες πιθανότητες το ΔΝΤ να καταφέρει να πείσει τους Ευρωπαίους για το OSI – μπας και λυθεί και το ελληνικό πρόβλημα χωρίς πλήρη καταστροφή; Αν και μέχρι προχτές θα απαντούσαμε αρνητικά σε αυτό το ερώτημα, από χτες,  μετά την εμφάνιση μιας πολύ ενδιαφέρουσας σύστασης των Financial Times περί της ανάγκης να ασκήσει το ΔΝΤ ένα πραγματικά σκληρό εκβιασμό στους Ευρωπαίους αναφορικά με το ελληνικό OSI, το ξανασκεφτόμαστε.

Η σύσταση αυτή εμπεριέχονταν στο κύριο άρθρο – άρα το άρθρο ‘γραμμής’  – της χθεσινής (30 Ιουλίου) έκδοσης της εφημερίδας Financial Times. Ένα άρθρο ορόσημο για την ελληνική υπόθεση κατά τη γνώμη μας καθώς για πρώτη φορά περιλάμβανε μια καθόλα επίσημη αναγνώριση πως η απόφαση για μη αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους από την αρχή της κρίσης ήταν λανθασμένη όπως επισήμανε και ο εκπρόσωπος της Ελλάδας στο ΔΝΤ Π. Ρουμελιώτης την περασμένη βδομάδα, μια σύσταση πως «αν δεν υπάρξει δραστικότατος περιορισμός της διαμάχης και της άρνησης των συν-δανειστών» (δηλαδή των Ευρωπαίων, βλέπε Γερμανία και ΕΚΤ), το ΔΝΤ πρέπει να αποχωρήσει από το ελληνικό πρόγραμμα παραδίδοντας τον έλεγχο του στους Ευρωπαίους και μια προτροπή προς το ΔΝΤ για έναν εκβιασμό: «Αν οι αρχές της Ευρωζώνης θέλουν η Ελλάδα να βγει από το χρέος της με ανάπτυξη δίχως αναδιάρθρωση των δανείων του δικού τους επίσημου τομέα προς την Αθήνα, το ΔΝΤ θα πρέπει να τους ζητήσει να αναλάβουν την έκθεσή του και να περιορίσει τον ρόλο του στην προσφορά ανοιχτών και ειλικρινών εκτιμήσεων για την προσπάθεια διάσωσης».

Δηλαδή, είπαν χτες οι Financial Times, επιτέλους ξυπνήστε, ήρθε η ώρα της αλήθειας για την Ελλάδα, το ΔΝΤ δεν πρέπει να συνεχίσει άλλο με ένα πρόγραμμα στο οποίο δεν πιστεύει και το μήνυμά του προς τους Ευρωπαίους πρέπει τώρα πια να είναι ένας σκληρός εκβιασμός του τύπου: αν εσείς όντως πιστεύετε ότι αυτά που λέτε για την Ελλάδα είναι εφικτά – γιατί εμείς δεν τα πιστεύουμε και προτείνουμε ως μόνη λύση την αναδιάρθρωση των ελληνικών δανείων προς εσάς την οποία εσείς αρνείστε – δώστε μας εμάς τα λεφτά μας πίσω για να μην έχουμε προβλήματα με τους μετόχους μας, πάρτε όλο το βάρος πάνω σας και βγάλτε άκρη με τους δικούς σας φορολογούμενους όταν η Ελλάδα δεν θα μπορεί πια να σας πληρώσει.

Εκτιμούμε ότι το χτεσινό κύριο άρθρο των FT εκφράζει έναν πρώτο άτυπο εκβιασμό του ΔΝΤ προς τους Ευρωπαίους με στόχο την προώθηση του ελληνικού OSI – ο οποίος αγνοούμε αν και πόσο μπορεί να επισημοποιηθεί και πολύ περισσότερο πώς θα τον αντιμετωπίσουν οι Ευρωπαίοι, ή μάλλον οι Γερμανοί και η ΕΚΤ. Και για να καταλήξουμε:

Πλησιάζει η ώρα της ‘τελικής λύσης’ του ελληνικού δράματος

Για μας, αν κάτι δείχνουν όλα αυτά, η ανάληψη μιας πρωτοβουλίας περί αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους προς τον επίσημο τομέα από το ΔΝΤ τώρα, οι επίμονες διαρροές της στο Ρόιτερ, οι διατυπώσεις του τύπου ‘ύστατο σχέδιο σωτηρίας της Ελλάδας’ που τη συνοδεύουν και ο άτυπος εκβιασμός του ΔΝΤ προς τους Ευρωπαίους δια των FT, είναι ότι πρέπει να αποδώσουμε πίστη στα σενάρια που αναφέρουν ότι η Γερμανία ετοιμάζει κάποιου τύπου ‘τελική λύση’ για την Ελλάδα με επίσημη εγκατάλειψη του προγράμματος και χρεοκοπία εντός ή εκτός ευρώ μετά το φθινόπωρο. Και καθώς έτσι έχουν τα πράγματα, το ΔΝΤ προσπαθεί να σώσει την παρτίδα κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, με σκοπό να διαφυλάξει πρωτίστως το δικό του δανεισμό προς την Ελλάδα και το κύρος του τα οποία θα πληγούν καίρια σε περίπτωση ελληνικής κατάρρευσης. Η δε ελληνική κυβέρνηση φαίνεται ότι σπεύδει να στηρίξει αυτό το σχέδιο με την ελπίδα ότι θα πετύχει ένα πραγματικό μεγάλο κούρεμα του ελληνικού χρέους, ικανό να ανατρέψει τους όρους του – σήμερα εντελώς χαμένου για τη χώρα – παιχνιδιού.  Το τι θα κάνει τώρα η Γερμανία και η ΕΚΤ νομίζουμε πως ούτε κι αυτές ακόμη δεν το ξέρουν.

 

Ποιος προειδοποίησε πρώτος για την καταστροφή που θα έφερνε το ευρώ;

Ίσως έχετε βαρεθεί να το ακούτε αλλά ναι… το καλοκαίρι θα παραμείνει καυτό για την Ευρωζώνη. Μετά από έναν ακόμη γύρο επίμονης φημολογίας περί το ότι οι Ευρωπαίοι εκτιμούν πως η Ελλάδα δεν έχει κάνει τίποτα για να εφαρμόσει το πρόγραμμά της και άρα είναι έτοιμοι να την αφήσουν να χρεοκοπήσει, μετά από τρεις συνεχόμενες μέρες άγριας πτώσης των ευρωπαϊκών αγορών και καλπάζουσας ανόδου των σπρεντ όλων των κρατών της ευρωπαϊκής περιφέρειας, μετά την υποβάθμιση των προοπτικών της Γερμανίας και των άλλων κρατών πιστωτών του Βορρά πλην Φιλανδίας… είχαμε επιτέλους χτες και μια μέρα ανάπαυλας.

Γιατί άραγε; Ίσως επειδή η τρόικα των δανειστών αποφάσισε να μην κλιμακώσει τώρα – όπου ‘καίγεται’ η Ισπανία – τη σύγκρουση με την Ελλάδα κι έφυγε από την Αθήνα άρον-άρον, μας είπε όμως ότι θα ξανάρθει και θα ολοκληρώσει τον έλεγχο στις αρχές Σεπτεμβρίου. Ίσως πάλι λόγω των επίμονων πληροφοριών ότι κάτι ουσιαστικό ετοιμάζει πια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Το οποίο μπορεί να είναι τι; Αν δώσουμε βάση στις χθεσινές δηλώσεις του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ και κεντρικού τραπεζίτη της Αυστρίας Έντβαλντ Νοβότνι, μπορεί να είναι η χορήγηση τραπεζικής άδειας στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας προκειμένου να αρχίσει να αγοράζει χωρίς περιορισμούς κρατικά ομόλογα από την πρωτογενή και τη δευτερογενή αγορά. Λες; Μοιάζει πολύ καλό για να βγει αληθινό. Αλλά πάλι ποιος ξέρει; Εν πάση περιπτώσει οι δηλώσεις Νοβότνι δημιούργησαν θετικές προσδοκίες οι οποίες στήριξαν χθες τα πάντα: χρηματιστήρια, ομόλογα της ευρωπαϊκής περιφέρειας και το ίδιο το ευρώ.

Παρ’ όλα αυτά όμως, και κρίνοντας από την αξιοθρήνητη μέχρι στιγμής στρατηγική της Ευρωζώνης για την αντιμετώπιση της κρίσης, αμφιβάλλουμε για τη συνέχεια. Το μόνο χειροπιαστό που βλέπουμε επί του παρόντος είναι η σταδιακή αποτίμηση μιας  ολοκληρωτικής κατάρρευσης της Ευρωζώνης από τις κεφαλαιαγορές. Και μαζί με αυτήν η έναρξη των συζητήσεων για το ποιοι οικονομολόγοι είχαν προβλέψει πως το ευρώ ήταν εξαρχής καταδικασμένο στην αποτυχία.

Έτσι πριν λίγες μέρες, το Levy Economics Instistute, ένα ίδρυμα μετακεϋνσιανού προσανατολισμού, εξέδωσε ανακοίνωση με τον προκλητικό τίτλο ‘Το Προπατορικό Αμάρτημα της Ευρωζώνης’ που φέρει τις υπογραφές του Δημήτρη Παπαδημητρίου και του Randall Wray (http://www.levyinstitute.org/pubs/pn_12_08.pdf). Η ανακοίνωση θέτει ακριβώς το ερώτημα για το ποιοι οικονομολόγοι προέβλεψαν πρώτοι τα δομικά προβλήματα του ευρώ κι απαντά αναφέροντας πέντε ονόματα με αποσπάσματα από τα κείμενά τους: 

• Η Stephanie Bell, που από το 2002 προειδοποιούσε πως «οι προοπτικές σταθερότητας στην Ευρωζώνη ήταν περιορισμένες».

• Ο Warren Mosler, που το 2001 έγραφε ότι η ιστορία και η λογική υπαγορεύουν ότι το ευάλωτο στον πιστωτικό κίνδυνο σύστημα των 12 κρατών-μελών του ευρώ και το τραπεζικό τους σύστημα θα δοκιμαστούν. «Τα βέλη της αγοράς θα προκαλέσουν μια αρχικά περιορισμένη κρίση ρευστότητας που θα μολύνει άμεσα και θα παγώσει πολύ γρήγορα το συνολικό σύστημα πληρωμών της Ευρωζώνης. Μόνο η αναπόφευκτη και επί του παρόντος απαγορευμένη άμεση παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα μπορέσει να φέρει την ανάσταση του συστήματος».

• Ο Mathew Forstater, που το 1999 επέμενε στο πρόβλημα ότι στην ΟΝΕ «οι δυνάμεις της αγοράς μπορούν να ζητήσουν την άσκηση κυκλικής δημοσιονομικής πολιτικής σε μια ύφεση ενισχύοντας τις υφεσιακές δυνάμεις».

• Ο Randall Wray, που το 1998 είχε επισημάνει ότι η υπό δημιουργία Ευρωζώνη θα μοιάζει πολύ με τις Ηνωμένες Πολιτείες κατά το ότι θα λειτουργεί με μια ομοσπονδιακή τράπεζα σαν τη FED αλλά θα έχει μόνο εθνικά υπουργεία οικονομικών των κρατών μελών της. Το αποτέλεσμα, είχε πει, θα είναι ότι κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να εφαρμόζει τη δημοσιονομική του πολιτική σε ξένο νόμισμα, και η κρατική χρηματοδότηση της οικονομίας με δημόσιο έλλειμμα θα απαιτεί δανεισμό σε αυτό το ξένο νόμισμα σύμφωνα με τις υπαγορεύσεις των ιδιωτικών αγορών.

• Ο Wynne Goodley, που κατά το Levy Institute είναι ο νικητής οικονομολόγος, αυτός που πρώτος, από το 1997 ήδη, έκανε ζοφερές προβλέψεις για την Ευρωζώνη οι οποίες  επαληθεύονται με βάναυσο τρόπο σήμερα: «Ο κίνδυνος είναι ότι οι περιορισμοί του προϋπολογισμού στους οποίους τα κράτη δεσμεύονται ατομικά ενέχει αποπληθωριστικές τάσεις που θα κλειδώσουν την Ευρώπη σαν σύνολο σε ύφεση και θα της στερήσουν τη δυνατότητα να την ξεπεράσει», είχε γράψει τότε. 

Ο Wynne Godley είχε προειδοποιήσει μάλιστα για το υφεσιακό σπιράλ θανάτου στο οποίο θα έμπαινε μια χώρα σε περίπτωση ύφεσης αν εγκατέλειπε τη δυνατότητα να εκδίδει το δικό της νόμισμα, όπως έκαναν τα κράτη του ευρώ. Ένα σπιράλ θανάτου που θα καταδίκαζε τον πληθυσμό σε ανεργία και φτώχεια και θα είχε ως μόνη διέξοδο για τους ανθρώπους τη μετανάστευση:

«Τι θα συμβεί αν μια ολόκληρη χώρα – μια εν δυνάμει περιοχή σε μια πλήρως ολοκληρωμένη ένωση – υποστεί μια διαρθρωτική ύφεση; Όσο αυτή η χώρα αποτελεί ανεξάρτητο κράτος έχει τη δυνατότητα να υποτιμήσει το νόμισμά της. Στη συνέχεια μπορεί να συνεχίσει την οικονομική της δραστηριότητά επιτυχώς με πλήρη απασχόληση αν υποθέσουμε ότι ο κόσμος δεχτεί τις απαραίτητες μειώσεις στα πραγματικά του εισοδήματα. Σε μια οικονομική και νομισματική ένωση όμως, αυτή η δυνατότητα εμφανώς χάνεται και οι προοπτικές της χώρας επιβαρύνονται σοβαρά, εκτός κι αν υπάρξουν σοβαροί ομοσπονδιακοί δημοσιονομικοί διακανονισμοί που θα αναλάβουν να εκπληρώσουν έναν αναδιανεμητικό ρόλο. Όπως αναγνωρίστηκε σαφώς στην έκθεση MacDougall που δημοσιεύτηκε το 1977, αυτό είναι μια εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση για να εγκαταλείψει κανείς την επιλογή της υποτίμησης του νομίσματος. Ορισμένοι συγγραφείς όπως ο Samual Brittan και ο Douglas Hague ισχυρίζονται σοβαρά ότι η ΟΝΕ, καταργώντας το πρόβλημα του ισοζυγίου πληρωμών στην παρούσα μορφή του, καταργεί στα αλήθεια το πρόβλημα, όπου υπάρχει, της επίμονης αδυναμίας για επιτυχή ανταγωνισμό στις παγκόσμιες αγορές. Αλλά όπως έδειξε ο καθηγητής Martin Feldstein σε ένα σπουδαίο άρθρο του στον Economist, το επιχείρημά τους είναι επικίνδυνα λανθασμένο. Αν μια χώρα ή μια περιοχή δεν έχει τη δυνατότητα να υποτιμήσει το νόμισμά της και δεν επωφελείται από ένα σύστημα δημοσιονομικών μεταβιβάσεων, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να σταματήσει μια διαδικασία σωρευτικής και ακραίας ύφεσης η οποία θα οδηγήσει στο τέλος στη μετανάστευση ως το μόνο εναλλακτικό δρόμο στη φτώχεια ή την πείνα. Διάκειμαι θετικά απέναντι στις θέσεις εκείνων – όπως η Μάργκαρετ Θάτσερ – που αντιμέτωποι με την απώλεια της κυριαρχίας, θέλουν να κατέβουν από το τρένο της ΟΝΕ.  Διάκειμαι επίσης θετικά προς όλους εκείνους που αναζητούν την ολοκλήρωση υπό την εποπτεία κάποιου τύπου δημοσιονομικού ομοσπονδιακού καθεστώτος με ένα ομοσπονδιακό προϋπολογισμό πολύ μεγαλύτερο από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλά θεωρώ απόλυτη απάτη τη θέση εκείνων που στοχεύουν σήμερα στην οικονομική και νομισματική ένωση δίχως τη δημιουργία νέων πολιτικών θεσμών – πέρα από μια νέα κεντρική τράπεζα – και που σηκώνουν τα χέρια τους με τρόμο μόλις ακούσουν την λέξη ‘ομοσπονδία’ η ‘ομοσπονδιοποίηση’. Αυτή είναι όμως η θέση που υιοθετούν οι περισσότεροι από όσους  συμμετέχουν στη δημόσια συζήτηση για το ευρώ». (http://www.lrb.co.uk/v14/n19/wynne-godley/maastricht-and-all-that).




Eurogroup και Ισπανία δεν πήραν ψήφο εμπιστοσύνης

Η Παρασκευή 20 Ιουλίου ήταν μια πολύ κακή μέρα για την Ισπανία και την Ευρωζώνη. Μαδρίτη και ευρωπαϊκές αρχές  έλπιζαν πως η ομόφωνη έγκριση του πακέτου βοήθειας προς τις ισπανικές τράπεζες από το Eurogroup θα οδηγούσε σε βελτίωση της κατάστασης στις ευρωπαϊκές αγορές και ιδίως στην ισπανικών αγορά ομόλογων, έγινε όμως ακριβώς το αντίθετο. Παγιδευμένη στον κλοιό της ύφεσης που πλήττει την ισπανική οικονομία και αντιμέτωπη με τις μεγάλες διαδηλώσεις των Ισπανών ανθρακωρύχων και των δημοσίων υπαλλήλων που επιχειρεί να καταστείλει με πλαστικές σφαίρες, η Μαδρίτη ανακαλύπτει σιγά - σιγά πως η υπακοή στις άσκοπες ασκήσεις λιτότητας του Βερολίνου και των Βρυξελλών  αντί να της αποδίδει  βελτίωση του επενδυτικού κλίματος, οδηγεί τις αποδόσεις των τίτλων της στο δυσθώρητο 7.28%. Παγιδευμένη στην άρνηση του Βερολίνου και των ευρωπαϊκών ηγεσιών να αναγνωρίσουν έμπρακτα τα κρίσιμα σφάλματα στην αρχιτεκτονική του ευρώ, η Ευρώπη ανακαλύπτει πως τα δειλά ημίμετρα που προωθεί δεν αρκούν για να αποτρέψουν την εξελισσόμενη αποδιάρθρωση του ευρώ από το εσωτερικό του εξαιτίας της άρνησης αγορών και κρατών να παράσχουν διασυνοριακό δανεισμό.

Η έγκριση του σχεδίου διάσωσης των ισπανικών τραπεζών από τους 17 Υπουργούς Οικονομικών των κρατών μελών του ευρώ έγινε το μεσημέρι της Παρασκευής σε τηλεδιάσκεψη και θεωρούνταν μάλλον τυπικό ζήτημα από τη στιγμή που είχε προηγηθεί η πολιτική συμφωνία για αυτήν στις αρχές Ιουλίου.  Ελπίζονταν ωστόσο να κάνει κάποια θετική διαφορά σε ό,τι αφορούσε το κόστος δανεισμού των κρατών του ευρωπαϊκού Νότου και των ευρωπαϊκών αγορών. Ματαίες ελπίδες... Η όποια θετική επίπτωση από τις ανακοινώσεις του Eurogroup εκμηδενίστηκε μέσα σε λιγότερες από δύο ώρες εξαιτίας της ανακοίνωσης της αυτόνομης περιφέρειας της Βαλέντσια ότι θα χρειαστεί διάσωση από την Μαδρίτη αλλά και τις ανακοινώσεις της ίδιας της Μαδρίτης περί  ύφεσης 0.5% το 2012 αντί προηγούμενης  πρόβλεψης για ανάπτυξη 0.2% καθώς και για παραμονή της ισπανικής ανεργίας στο 24% για όλο το χρόνο.

Συγκεκριμένα οι αρχές της Βαλέντσιας ανακοίνωσαν το απόγευμα της Παρασκευής ότι θα ζητήσουν έκτακτη χρηματοδοτική στήριξη ύψους 18 δις ευρώ από το ειδικό ταμείο για τη στήριξη των περιφερειών που θέσπισε η κυβέρνηση Ραχόι τον περασμένο μήνα. Η Βαλέντσια είχε αποτελέσει μία από τις κύριες κοιτίδες της ισπανικής φούσκας ακινήτων, ενώ και τα τρία περιφερειακά της ταμιευτήρια έχουν περάσει υπό κρατικό έλεγχο, ως συνέπεια του επιθετικού δανεισμού που χορήγησαν προς διάφορες κατασκευαστικές εταιρείες στα χρόνια της ανάπτυξης της φούσκας ακινήτων  - δανεισμός που πλέον έχει περάσει στο κόκκινο. Το πιο δυσάρεστο για την κυβέρνηση Ραχόι είναι όμως πως εκτιμάται ότι η Βαλέντσια θα είναι η πρώτη αλλά όχι και η τελευταία ισπανική περιφέρεια που θα ζητήσει διάσωση από το κέντρο.  Σειρά μετά τη Βαλέντσια αναμένεται να πάρουν κι άλλες ισπανικές αυτόνομες περιφέρειες που βρίσκονται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας,  με πρώτη υποψήφια την Καταλονία, που τυχόν διάσωσή της, απλά και μόνο λόγω του μεγέθους της – η οικονομία της Καταλονίας έχει το μέγεθος της Πορτογαλίας και είναι η μεγαλύτερη αλλά και πλουσιότερη περιφέρεια της Ισπανίας – αναμένεται να επιβαρύνει δυσανάλογα τα ισπανικά δημοσιονομικά.

Για τους παρατηρητές των ευρωπαϊκών εξελίξεων βεβαίως, το αίτημα διάσωσης της Βαλέντσια και τα αρνητικά μεγέθη της ισπανικής οικονομίας δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Αυτό που φάνηκε όμως την Παρασκευή ήταν πως μέχρι στιγμής δεν είχαν προεξοφληθεί από τις αγορές. Εξ ου και η μεγάλη πτώση του ισπανικού χρηματιστηριακού δείκτη IBEX κατά 5.8%  - επρόκειτο για τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση του από το Μάιο του 2010 – η εκτίναξη των αποδόσεων του ισπανικού 10ετούς στο 7.28%, που έφερε το ισπανικό σπρεντ έναντι των αντίστοιχων γερμανικών τίτλων στις 610 μονάδες βάσης – η περαιτέρω κάμψη του ευρώ στο 1.21, η νέα εκρηκτική άνοδο του ιταλικού σπρεντ στις 500 μονάδες βάσης και η πτώση των ιταλικών τραπεζών – εξελίξεις που  τρόμαξαν τις ευρωπαϊκές ηγεσίες οι οποίες προσδοκούσαν κάποια βελτίωση της κατάστασης ως συνέπεια των ανακοινώσεων του Eurogroup.

«Οι εξελίξεις στις αγορές της Παρασκευής σημαίνουν ότι οι Ευρωπαίοι πολιτικοί κερδίζουν άλλη μια ψήφο μη εμπιστοσύνης στις προσπάθειές τους να αντιμετωπίσουν την οικονομική αναταραχή στη ζώνη του ευρώ», δήλωναν αργά το βράδυ της ίδιας μέρας πηγές του Λονδίνου. «Η αντίδραση των αγορών σημαίνει πως ο κόσμος αντιλαμβάνεται ότι φτάνουμε σε ένα σημαίο όπου οι χώρες θα υποχρεωθούν είτε να αρνηθούν είτε να αναδιαρθρώσουν το χρέος τους όπως έκανε η Ελλάδα. Πρόκειται για μια σκληρή πραγματικότητα. Η μεγάλη μπλόφα της Ευρωζώνης στα δύο χρόνια που διαρκεί η κρίση ήταν ότι πάντα κατάφερνε να αποφεύγει τις αποφάσεις και να αναβάλει τη λύση των προβλημάτων για αργότερα, αλλά αυτό δεν αποτελεί πλέον μια αξιόπιστη στρατηγική. Δυστυχώς πλησιάζουμε το σημείο του ευρωπαϊκού κραχ».

Και πώς να μην το πλησιάζουμε θα προσθέταμε εμείς, αφού οι ευρωπαϊκές ηγεσίες επιμένουν να αρνούνται την πραγματικότητα και αποδίδουν την αναταραχή στις αγορές  σε οτιδήποτε άλλο εκτός από την προβληματική αρχιτεκτονική του ευρώ, που αποτελεί το απόλυτο ταμπού γι’ αυτές, καθώς από τη μια μεριά – λανθασμένα – δεν θέλουν να αναγνωρίσουν το ιστορικό σφάλμα τους για επιπόλαιη προσχώρηση σε ένα νόμισμα που κατά τις ρητές προειδοποιήσεις των οικονομολόγων δεν μπορούσε να δουλέψει χωρίς πολιτική ένωση κι από την άλλη μεριά – σωστά – δεν θέλουν να ενισχύσουν τις ήδη αυξανόμενες αντιευρωπαϊκές τάσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών λαών από φόβο μήπως χρεωθούν την ιστορική ευθύνη της διάλυσης του ενιαίου νομίσματος αλλά και το χάος που η νομισματική μετάβαση  – ελλείψει ενός πανευρωπαϊκά οργανωμένου και συντονισμένου σχεδίου για την υλοποίησή της – μπορεί να επιφέρει...

Δυστυχώς για όλο το Νότο, τα στρουθοκαμηλικά ένστικτα των ευρωπαϊκών ηγεσιών αποδεικνύονται καταστροφικά ανίκητα. «Είναι δύσκολο να πούμε σε ποιο βαθμό η μόλυνση προέρχεται ή προήλθε από την Ελλάδα ή την Πορτογαλία ή την Ιρλανδία ή την κατάσταση των ισπανικών τραπεζών ή την κατάσταση στους δρόμους και τις πλατείες της Μαδρίτης. Πορφανώς όμως δίχως τα προβλήματα σε αυτές τις χώρες, τα επιτόκια της Ιταλίας θα ήταν χαμηλότερα», είπε την Παρασκευή ο Μάριο Μόντι αναζητώντας ευθύνες για την πτώση στην ιταλική αγορά ομολόγων παντού στον ευρωπαϊκό Νότο – αλλά όχι στην αρχιτεκτονική του ευρώ και της ΕΚΤ.  Πού θα πάει όμως η Ευρώπη έτσι;