Δημιούργησα αυτό το blog όταν έμεινα άνεργη. Αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου ως άνεργη του/λόγω ευρώ - δηλαδή ως eurounemployed. Γιατί; Τις παραμονές της εισόδου της Ελλάδας στο ευρώ, κυριαρχούσε μια ρητορική περί "ισχυρής Ελλάδας" και συμμετοχής της στον "πυρήνα της Ευρώπης" που θα έφερνε πλούτο - η οποία όμως δεν εξηγούσε πώς θα έρθει ο πλούτος. Τότε δεν έκανα οικονομικά, οπότε ρώτησα σχετικά φίλιες δυνάμεις οικονομικών συντακτών. Μου απάντησαν πως η συμμετοχή σε μια νομισματική ένωση αυξάνει τον συνολικό πλούτο, άρα επωφελούνται όλοι. Έστω, είπα, αλλά από τη στιγμή που ειδικώς η χώρα μας εισάγει όλο και περισσότερα από όσα εξάγει και χάνει διαρκώς παραγωγή, πώς θα ωφεληθεί από την ΟΝΕ; Κι αν αυτό γίνεται συνεχώς, δεν θα μας τελειώσουν κάποτε τα ευρώ; Πήρα μια απάντηση του τύπου "αυτό δεν έχει σημασία στα πλαίσια μιας νομισματικής ένωσης", η οποία δεν με ικανοποίησε. Πολλά χρόνια μετά, μάθαμε όλοι μας βιωματικά πως μια οικονομία με τα χαρακτηριστικά της ελληνικής, με τη συμμετοχή της σε μια νομισματική ένωση όπως η ΟΝΕ, υπερχρεώνεται και καταλήγει σε χρεοκοπία. Κι εγώ έμαθα ότι τα φαινομενικά απλοϊκά ερωτήματα που έθετα το 1999 περιέγραφαν το πρόβλημα του ισοζυγίου πληρωμών, που αποτέλεσε ένα από τα μείζονα προβλήματα του ευρώ, μια από τις βασικότερες αιτίες της κρίσης και το οποίο είχε συζητηθεί εκτεταμένα μεταξύ των οικονομολόγων κατά τη δεκαετία του 1990, όταν μεγάλο μέρος των δεινών που ζούμε σήμερα είχε προβλεφθεί - αλλά οι αλαζόνες πολιτικοί δεν έδιναν σημασία.
Να τι έγραφε ο οικονομολόγος Wynne Godley το 1992: "Τι θα συμβεί αν μια ολόκληρη χώρα – μια εν δυνάμει περιοχή σε μια πλήρως ολοκληρωμένη ένωση – υποστεί διαρθρωτική ύφεση; Όσο αυτή η χώρα αποτελεί ανεξάρτητο κράτος έχει τη δυνατότητα να υποτιμήσει το νόμισμά της. Στη συνέχεια μπορεί να συνεχίσει την οικονομική της δραστηριότητά επιτυχώς με πλήρη απασχόληση αν υποθέσουμε ότι ο κόσμος δεχτεί τις απαραίτητες μειώσεις στα πραγματικά του εισοδήματα. Σε μια οικονομική και νομισματική ένωση όμως, αυτή η δυνατότητα εμφανώς χάνεται και οι προοπτικές της χώρας επιβαρύνονται σοβαρά, εκτός κι αν υπάρξουν σοβαροί ομοσπονδιακοί δημοσιονομικοί διακανονισμοί που θα αναλάβουν να εκπληρώσουν έναν αναδιανεμητικό ρόλο (...). Αν μια χώρα ή μια περιοχή δεν έχει τη δυνατότητα να υποτιμήσει το νόμισμά της και δεν επωφελείται από ένα σύστημα δημοσιονομικών μεταβιβάσεων, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να σταματήσει μια διαδικασία σωρευτικής και ακραίας ύφεσης η οποία θα οδηγήσει στο τέλος στη μετανάστευση ως το μόνο εναλλακτικό δρόμο στη φτώχεια ή την πείνα". (Wynne Godley, Maastricht and All That. LRB,Vol 14. Nο 19 1992).

Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Η σφαγή της Κύπρου, ο Νότος κι εμείς

Τώρα που κατακάθισε η σκόνη από τη “σφαγή της Κύπρου”, τις δηλώσεις Ντάισελμπλουμ και την αρνητική έκπληξη της στοίχισης της Γαλλίας με την ηγεμονική Γερμανία, ας δούμε τρία ερωτήματα που προέκυψαν. Πρώτον, αποτελεί η Κύπρος  “ειδική περίπτωση” ή “πρότυπο” για την Ευρωζώνη και γιατί έγινε ό,τι έγινε; Δεύτερον, πώς εξηγείται η μεταστροφή της Γαλλίας;  Τρίτον, τι σημαίνουν όλα αυτά για την ελληνική πολιτική σκηνή;

Για να απαντήσουμε την πρώτη ερώτηση πρέπει να μελετήσουμε προσεκτικά την τελική πρόταση ευρωπαϊκής οδηγίας ((http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2012:0280:FIN:EL:PDF) η οποία περιγράφει τους κανόνες αναδιάρθρωσης των τραπεζών στα πλαίσια της ψευδώνυμης ευρωπαϊκής τραπεζικής ένωσης. Για όσους εξακολουθούν να έχουν ψευδαισθήσεις σχετικά με την Ευρώπη, η οδηγία ορίζει ότι η Ευρώπη δεν θα αποκτήσει ποτέ καμιά τραπεζική ένωση με το πραγματικό νόημα του όρου, δηλαδή πανευρωπαϊκή εγγύηση καταθέσεων από μια κεντρική αρχή π.χ. την ΕΚΤ, όπως έχουν οι ΗΠΑ, που θα μπορεί να διασφαλίζει τη σταθερότητα του συστήματος. Στη διεθνούς πρωτοτυπίας και καθαρά γερμανικής έμπνευσης τραπεζική ένωση της Ευρώπης, προβλέπεται ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα διασώζονται με ίδια μέσα (bail-in), δηλαδή με κάψιμο (“κούρεμα”) των μετόχων, των ομολογιούχων και μη εγγυημένων καταθέσεων (το όριο εγγύησης ήταν 20.000 ως το 2008, πήγε στις 100.000  όταν άρχισε η κρίση αλλά πιθανόν να μειωθεί ή να εφαρμοστεί μειωμένο όριο σε κάποιες χώρες). Καλά τα είπε δηλαδή ο Γ. Ντάισελμπλουμ και ό,τι έγινε στην Κύπρο αποτελεί όντως το νέο ευρωπαϊκό πρότυπο;  Όχι.  Όπως αναφέρεται στη σελίδα 22 του εγγράφου, το νέο πρότυπο είναι μεν αυτό αλλά προβλέπεται να εφαρμοστεί από το 2018 προκειμένου να μην διαταραχτεί το εύθραυστο ακόμη ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα και να μην υποστούν πλήγμα οι πραγματικές οικονομίες των χωρών της Ευρωζώνης. Το Βερολίνο δεν δίστασε παρά ταύτα να παραβιάσει όλες αυτές τις προβλέψεις ασφαλείας και να επιβάλλει την εφαρμογή του εδώ και τώρα στην Κύπρο. Μπορούμε να πιθανολογήσουμε μερικούς λόγους για τους οποίους το έκανε. Ίσως για να δείξει η Μέρκελ στο κοινό της ότι είναι σκληρή απέναντι στο Νότο και να πάρει τις εκλογές. Ίσως για να συνεχιστεί η φυγή κεφαλαίων από τον Νότο προς στήριξη των γερμανικών προβληματικών τραπεζών. Ίσως ως επίδειξη δύναμης στην Ιταλία. Ίσως για να προετοιμαστεί ο δρόμος για την επιβολή μιας παρόμοιας λύσης στην Ελλάδα το φθινόπωρο, παράλληλα με το νέο κούρεμα του ελληνικού χρέους. Ή στην Ισπανία. Για όποιον λόγο κι αν το έκανε, η ουσία είναι το έκανε αδιαφορώντας για τις θανάσιμες επιπτώσεις του στην πραγματική οικονομία όχι μόνο της Κύπρου αλλά και της  Ελλάδας. 

Στο δεύτερο ερώτημα, το πιθανότερο είναι ότι η μεταστροφή της Γαλλίας οφείλεται σε κόπωση και έλλειψη στρατηγικής. Από την έναρξη της κρίσης, η Γερμανία ανέλαβε την  πρωτοβουλία στην Ευρώπη και πολιτεύτηκε με μια διαλυτική στρατηγική επιστροφής στα εθνικά κράτη. Το πρώτο δείγμα της ήταν η απόρριψη από τη Μέρκελ, από το 2009, των προτάσεων της Επιτροπής για κοινή ευρωπαϊκή μέριμνα για τις ευρωπαϊκές τράπεζες και η επιβολή της γραμμής ότι κάθε χώρα θα αναλάβει μόνη τις τράπεζές της. Η γερμανική αυτή στρατηγική επιβεβαιώθηκε σε κάθε σταυροδρόμι της κρίσης. Η Γαλλία του Ν. Σαρκοζί, με την προσήλωσή της στην παλαιά αρχή της “ευρωπαϊκής αλληλεγγύης” και την προώθηση ενωσιακών λύσεων, ενσάρκωνε τις άμυνες της παλαιάς Ευρώπης. Να που οι άμυνες έπεσαν. Η Γαλλία του σοσιαλιστή Ολάντ άφησε ελεύθερο το ευρωπαϊκό πεδίο στο Βερολίνο προκειμένου να ασχοληθεί με τα δικά της οικονομικά προβλήματα και είναι άγνωστο αν και πότε θα αποκτήσει νέα στρατηγική.

Στο τρίτο ερώτημα, η απάντηση είναι πως από τη στιγμή που οι εξελίξεις της Κύπρου σημαίνουν για την Ελλάδα επιδείνωση της ύφεσης, πιθανή φυγή καταθέσεων και μια γενικευμένη αντιγερμανική και αντιευρωπαϊκή στροφή των Ελλήνων, οδηγούν σε προβλήματα στρατηγικής τα δυο μεγάλα πολιτικά κόμματα. Η μέχρι σήμερα στρατηγική του Α. Σαμαρά, που προσπάθησε να συνδυάσει το εθνικό χαρτί με το ρόλο του “υπάκουου μαθητή” της Μέρκελ και τις διακηρύξεις αισιοδοξίας χωρίς αντίκρισμα στην πραγματική οικονομία, δεν είναι πλέον πειστική. Και δεν είναι πειστική ούτε στους εθνικιστές οι οποίοι ονειρεύονται έξοδο Ελλάδας και Κύπρου από το ευρώ και ένωση τους υπό κοινό νόμισμα, ούτε στους επιχειρηματίες οι οποίοι διαπιστώνουν τον κλονισμό της Ευρωζώνης, φοβούνται για τη δυνατότητα ακόμη και των υγιών επιχειρήσεων να αντέξουν την τρέχουσα έλλειψη ρευστότητας και κάτι κάποιοι αρχίζουν να ψιθυρίζουν για Σχέδιο Β – όχι με δραχμή αυτοί  – δια παν ενδεχόμενον… Τα ίδια προβλήματα αντιμετωπίζει κι η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ. Το  πλήγμα εδώ οφείλεται λιγότερο στην ατυχή κατάληξη του αρχικού OXI της Κύπρου και περισσότερο στην έμπρακτη διάψευση των ελπίδων για μια “συμμαχία του Νότου”, με αποτέλεσμα την ενίσχυση της δυναμικής του Σχεδίου Β – επιστροφής στη δραχμή – στον κόσμο της αριστεράς.  


Όταν οι Έλληνες συνειδητοποιούν την ευρωπαγίδα...

Το 2010-2011, η άποψη που κυριάρχησε στην Ελλάδα ήταν ότι έπρεπε να αποφύγει τη χρεοκοπία θυσιάζοντας το τεράστιο πλεονέκτημα του ελληνικού δικαίου του δημόσιου χρέους και να περιμένει τις εξελίξεις του μετασχηματισμού της Ευρώπης. Η στρατηγική αυτή έδειχνε τότε λογική, αφού κατά τα δύο πρώτα χρόνια της κρίσης υπήρξε ισχυρή διαπάλη ανάμεσα στην αρχή της “ευρωπαϊκής αλληλεγγύης” την οποία η Γαλλία του Νικολά Σαρκοζί και τον αρνητισμό – με στροφή στις εθνικές ευθύνες – του Βερολίνου. Βεβαίως δεν έλειπαν και οι ενδείξεις ότι κάτι σάπιο υπήρχε στο βασίλειο της Ευρωλάνδης και πως οι  “μεγάλοι”, ανεξαρτήτως της βασικής στρατηγικής τους, διαχειρίζονταν την κρίση με τρόπο που εξυπηρετούσε πρωτίστως τα δικά τους εθνικά συμφέροντα σε βάρος των “μικρών”. Τα  προγράμματα της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας διέσωζαν τις γαλλικές, γερμανικές και ισπανικές τράπεζες και όχι τις αντίστοιχες χώρες, ενώ ο στυγνός εκβιασμός των  Γερμανογάλλων προς τους Ιρλανδούς να αυξήσουν την χαμηλή εταιρική τους φορολογία που αποτελούσε ωστόσο το μοναδικό τους εργαλείο για την ανάκαμψη της οικονομίας τους είχε προκαλέσει ανατριχίλα.

Η διαρκής υποχωρητικότητα του Νικολά Σαρκοζί απέναντι στο Βερολίνο του στοίχισε τις εκλογές. Η νίκη Ολάντ σηματοδότησε την πρώτη αξιόλογη προσπάθεια για τη συγκρότηση μιας συμμαχίας του Νότου που ελπίζονταν ότι θα οδηγούσε το Βερολίνο σε οπισθοχώρηση.  Στο Ευρωπαϊκό  Συμβούλιο της 29ης Ιουνίου, Ιταλία, Γαλλία και Ισπανία συνασπίστηκαν και υποχρέωσαν την Αγγέλα Μέρκελ να προσυπογράψει την ανακεφαλαιοποίηση των προβληματικών ευρωπαϊκών τραπεζών με ανάληψη του κόστους από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς προκειμένου να βοηθηθεί η Ισπανία να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των χρεοκοπημένων τραπεζών της. Η συμφωνία συνήγειρε ένα κύμα αισιοδοξίας επειδή αντιπροσώπευε την πρώτη κίνηση της Ευρώπης να σπάσει το θανάσιμο εναγκαλισμό ανάμεσα στις προβληματικές τράπεζες και τα προβληματικά κράτη – αλλά και την πρώτη ήττα της Γερμανίας απέναντι σε μια διαφαινόμενη “συμμαχία του Νότου”. Αλλά πριν στεγνώσει το μελάνι των υπογραφών, η Γερμανία τα πήρε όλα πίσω.

Κύπρος και Ισπανία: ίδια προβλήματα, διαφορετικές πρακτικές

Ανεξαρτήτως των συκοφαντικών όρων με τους οποίους επικοινωνήθηκε από τους Γερμανούς η “ειδική περίπτωση” της Κύπρου  – οι δείκτες περί ευρωπαϊκών “πλυντηρίων μαύρου χρήματος” της Βασιλείας λένε ότι η Γερμανία, το Λουξεμβούργο κι η Ελβετία είναι πολύ μεγαλύτερα πλυντήρια από την Κύπρο –, δεν διέφερε από της Ισπανίας. Και στις δύο χώρες το πρόβλημα ήταν στις τράπεζες, διέφερε μόνο η πηγή των ζημιών: στην Ισπανία προήλθαν  από την κατάρρευση της φούσκας των ακινήτων, στην Κύπρο από το ελληνικό PSI. Αφού λοιπόν έτσι είχαν τα πράγματα κι αφού το Βερολίνο είχε πάρει μια υπογραφή πολύτιμη και για την Ισπανία, εύλογα θα περιμέναμε μια επιβεβαίωση της συμμαχίας του Νότου. Κι όμως όχι, η κυπριακή σφαγή πέρασε από το Eurogroup ομόφωνα, χωρίς την παραμικρή αντίδραση από την Ιταλία, την Ισπανία και τη Γαλλία. Η μεγάλη αρνητική έκπληξη ήταν βεβαίως η πλήρη υιοθέτηση – για πρώτη φορά – της γερμανικής ρητορικής της από έναν Γάλλο (!) Σοσιαλιστή (!) Υπουργό Οικονομικών, τον Πιέρ Μοσκοβισί που απαντώντας στις σκληρές της γαλλικής αριστεράς για τη σφαγή της Κύπρου απάντησε ότι “η Ευρώπη πρέπει να τελειώνει με την εξωφρενική οικονομία-καζίνο της Κύπρου” κι ότι η λύση που υιοθετείται “είναι σωστή, διαφορετικά θα πληρώσουν οι Γάλλοι πολίτες το λογαριασμό”.  Το ευρωπαϊκό επεισόδιο “τώρα σφάζουμε την Κύπρο” έκλεισε με την αναταραχή που προκάλεσαν οι δηλώσεις του νεόκοπου πρόεδρου του Eurogroup Γ. Ντάισελμπλουμ σύμφωνα με τις οποίες το μοντέλο ανακεφαλαιοποίησης των κυπριακών τραπεζών εκφράζει τη νέα στρατηγική της Ευρωζώνης και στόχος είναι να μη χρησιμοποιηθεί ποτέ ο ευρωπαϊκός μηχανισμός. Ισπανοί και Ολάντ άρχισαν τις διαμαρτυρίες, ακολούθησε ένας κακός χαμός περί το αν η Κύπρος αποτελεί “ειδική περίπτωση” ή “πρότυπο” με τη συμμετοχή πολλών Ευρωπαίων αξιωματούχων, μέχρι που βγήκε ο “πολύς” Β. Σόιμπλε και καθησύχασε την αγωνιούσα Μαδρίτη με μια επιβεβαίωση ότι η Κύπρος είναι “ειδική περίπτωση” και ό,τι έγινε σε αυτήν δεν αφορά άλλη χώρα.

Τώρα που κατακάθισε η σκόνη από τη “σφαγή της Κύπρου”,  τις δηλώσεις του νεόκοπου πρόεδρου του Eurogroup Γ. Ντάισελμπλουμ σύμφωνα με τις οποίες η λύση που υιοθετήθηκε στην Κύπρο αποτελεί νέο πρότυπο για τις ευρωπαϊκές προβληματικές τράπεζες και την αρνητική έκπληξη της πλήρους υιοθέτησης – για πρώτη φορά από την έναρξη της κρίσης – της γερμανικής ρητορικής της από τον Γάλλο (!) Σοσιαλιστή (!) Υπουργό Οικονομικών, Πιέρ Μοσκοβισί, ας δούμε τα τρία σοβαρά ερωτήματα που προέκυψαν από όλα αυτά. Πρώτον, αποτελεί η Κύπρος  “ειδική περίπτωση” ή “πρότυπο” για την Ευρωζώνη και γιατί έγινε ό,τι έγινε; Δεύτερον, πώς εξηγείται η μεταστροφή της Γαλλίας και η μη επιβεβαίωση της “συμμαχίας του Νότου”που σχηματιστεί τον περασμένο Ιούνιο στην Eurogroup της Κύπρου; Τρίτον, τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα;


 Μια ψευδώνυμη ευρωπαϊκή τραπεζική ένωση

Για να απαντήσουμε την πρώτη ερώτηση πρέπει να μελετήσουμε προσεκτικά την τελική πρόταση ευρωπαϊκής οδηγίας ((http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2012:0280:FIN:EL:PDF) η οποία περιγράφει τους κανόνες αναδιάρθρωσης των τραπεζών στα πλαίσια της ψευδώνυμης ευρωπαϊκής τραπεζικής ένωσης. Για όσους εξακολουθούν να έχουν ψευδαισθήσεις σχετικά με την Ευρώπη, η οδηγία ορίζει ακριβώς ότι η Ευρώπη δεν θα αποκτήσει ποτέ καμιά τραπεζική ένωση με το πραγματικό νόημα του όρου, δηλαδή πανευρωπαϊκή εγγύηση καταθέσεων από μια κεντρική αρχή π.χ. την ΕΚΤ, όπως έχουν οι ΗΠΑ, ικανή να διασφαλίσει τη σταθερότητα του συστήματος. Στην διεθνούς πρωτοτυπίας και καθαρά γερμανικής έμπνευσης τραπεζική ένωση της Ευρώπης, προβλέπεται ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα διασώζονται με ίδια μέσα (bail-in), δηλαδή με κάψιμο (“κούρεμα”) των μετόχων, των ομολογιούχων και μη εγγυημένων καταθέσεων (το όριο εγγύησης ήταν 20.000 ως το 2008, σήμερα είναι ως τις 100.000 και δεν αποκλείεται να μειωθεί ξανά).  Καλά τα είπε δηλαδή ο Γ. Ντάισελμπλουμ και ό,τι έγινε στην Κύπρο αποτελεί όντως το νέο ευρωπαϊκό πρότυπο; Όχι ακριβώς. Όπως αναφέρεται στη σελίδα 22 του εγγράφου, η λύση της Κύπρου αποτελεί όντως το νέο πρότυπο, μόνο που προβλέπεται να εφαρμοστεί από το 2018 προκειμένου να μην διαταραχτεί το ήδη κλονισμένο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα και να μην υποστούν πλήγμα οι πραγματικές οικονομίες των χωρών της Ευρωζώνης. Το Βερολίνο δεν δίστασε παρά ταύτα να παραβιάσει τις προβλέψεις ασφαλείας και να το εφαρμόσει εδώ και τώρα στην Κύπρο. Μπορούμε να πιθανολογήσουμε για ποιο λόγο το έκανε. Ίσως για να δείξει η Μέρκελ στο εκλογικό κοινό της ότι είναι σκληρή απέναντι στο Νότο και να πάρει τις εκλογές, ίσως για να συνεχιστεί η φυγή κεφαλαίων από τον Νότο προς τις γερμανικές προβληματικές τράπεζες, ίσως για να γίνει επίδειξη δύναμης στην αντιδρώσα Ιταλία, ίσως για να προετοιμαστεί ο δρόμος για την επιβολή της ίδιας λύσης – αργότερα αλλά πάντως πριν το 2018 – στην Ισπανία. Για όποιον λόγο κι αν το έκανε, πάντως η ουσία είναι το έκανε αδιαφορώντας για τις θανάσιμες επιπτώσεις του στην πραγματική οικονομία όχι μόνο της Κύπρου αλλά και της  Ελλάδας.

Στο δεύτερο ερώτημα, το πιθανότερο είναι ότι την απάντηση για τη μεταστροφή της Γαλλίας και τη στοίχιση της με τις γερμανικές υπαγορεύσεις πρέπει να την αναζητήσουμε στην κόπωση και την έλλειψη στρατηγικής. Από την έναρξη της κρίσης, η Γερμανία πολιτεύτηκε στην Ευρώπη με μια νέα διαλυτική στρατηγική, τη στρατηγική της επιστροφής στα εθνικά κράτη. Το πρώτο δείγμα της ήταν η άρνηση της Μέρκελ, από το 2009, να υπάρξει κοινή μέριμνα για τις ευρωπαϊκές τράπεζες και η επιβολή της γραμμής  ότι κάθε χώρα θα αναλάβει μόνη τις τράπεζές της. Η γερμανική αυτή αρχή επιβεβαιώθηκε σε κάθε σταυροδρόμι της κρίσης. Η Γαλλία του Ν. Σαρκοζί, με την προσήλωσή της στη παλαιά αρχή της “ευρωπαϊκής αλληλεγγύης” και την προώθηση ενωσιακών λύσεων, ενσάρκωνε τις άμυνες της παλαιάς Ευρώπης μπροστά στην επέλαση της γερμανικής πολιτικής της εθνικής ισχύος. Να όμως που η άμυνα της παλιάς Ευρώπης έσπασε μπροστά στην επέλαση του γερμανικού ηγεμονισμού. Και η Γαλλία του σοσιαλιστή Ολάντ (τι ειρωνεία!…) άφησε ελεύθερο το πεδίο στους γερμανικούς πειραματισμούς προκειμένου να ασχοληθεί με τα δικά της σοβαρά προβλήματα. Όσο για την Ιταλία και την Ισπανία, φάνηκε ότι πρυτανεύουν οι κυνικές εκτιμήσεις πως άλλος ένας “μικρός” του Νότου μπορεί να θυσιαστεί αφού εμείς οι “μεγάλοι” Ιταλοί και Ισπανοί – γνωρίζοντας ότι η διάσωσή μας δεν μπορεί να γίνει ει μη μόνο με αλλαγή του ρόλου της ΕΚΤ και τη μετατροπή της σε πραγματική κεντρική τράπεζα που θα εγγυάται το χρέος όλων των κρατών του ευρώ, κάτι που δεν θέλει καθόλου η Γερμανία – αντιμετωπιζόμαστε σε κάθε στάδιο διαφορετικά από τους “μικρούς”  και επί της ουσίας δεν μας “πειράζουν” εξίσου.


Προβλήματα στρατηγικής για ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και Ελλάδα 

Στο τρίτο ερώτημα, η απάντηση είναι πως οι εξελίξεις της Κύπρου σημαίνουν για την Ελλάδα περαιτέρω αστάθεια, επιδείνωση της ύφεσης και προβλήματα στρατηγικής για τα δυο μεγάλα πολιτικά κόμματα, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ. Για τις επιπτώσεις που θα έχει η λύση των κυπριακών τραπεζών στην πραγματική οικονομία της Κύπρου και της Ελλάδας έχουν γραφτεί πολλά. Αυτό που δεν έχει τονιστεί αρκετά είναι η μεταστροφή του κόσμου. ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ ασχολούνται πολύ με τους αριθμούς των δημοσκοπήσεων και καθόλου με το τι λέει ο κόσμος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αν το ψάξουν λίγο, θα διαπιστώσουν ότι η Ελλάδα  σαρώνεται από ένα μεγάλο αντιγερμανικό, αντιευρωπαϊκό και αντι-ευρώ κύμα αμφισβήτησης. Η μέχρι σήμερα στρατηγική του κ. Σαμαρά, που προσπάθησε να συνδυάσει το εθνικό χαρτί με το ρόλο του υπάκουου μαθητή της Μέρκελ, δεν είναι πλέον πειστική για ένα μεγάλο κομμάτι οπαδών της δεξιάς  οι οποίοι φτάνουν έως να ονειρεύονται έξοδο Ελλάδας και Κύπρου από το ευρώ και ένωση τους υπό κοινό νόμισμα. Εξίσου μη πειστική είναι και η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ που συνδυάζει το “όχι στα μνημόνια” με το “μέσα στο ευρώ και την Ευρώπη για να παλέψουμε μαζί με τους άλλους λαούς”. Εδώ το πλήγμα φαίνεται να οφείλεται λιγότερο στην ατυχή κατάληξη του αρχικού OXI της Κύπρου που ο ΣΥΡΙΖΑ στήριξε ενεργητικά και περισσότερο στη διάψευση των ελπίδων για μια “συμμαχία του Νότου”. 

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο κόσμος θέλει ή είναι έτοιμος για μια ηρωική έξοδο από το ευρώ. Η μεγάλη πλειοψηφία του συνειδητοποιεί ωστόσο πως εξαιτίας των ευρωγερμανικών αποφάσεων – για κούρεμα του ελληνικού χρέους το 2011, σε μια στιγμή που αυτό σήμαινε κάψιμο των ελληνικών ασφαλιστικών ταμείων και τραπεζών και των κυπριακών τραπεζών και για κούρεμα των καταθέσεων στις κυπριακές τράπεζες το 2013, που, εκτός των άλλων,  πλήττει κυπριακές κι ελληνικές επιχειρήσεις της πραγματικής οικονομίας  – η Ελλάδα, λόγω του μεγέθους της οικονομικής καταστροφής που έχει υποστεί και υφίσταται, έχει καταστεί  “ειδική περίπτωση”. Ως τέτοια, δεν μπορεί να περιμένει συνεπώς μια ευρωπαϊκή λύση που πλέον φαντάζει και μη εφικτή. Ο – ισχυρός έως τη σφαγή της Κύπρου – συναισθηματικός  δεσμός ανάμεσα στους Έλληνες και την Ευρώπη – έσπασε. Κοινή είναι η πεποίθηση ότι η περαιτέρω παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη είναι παγίδα που θα σημάνει κι άλλη οικονομική καταστροφή: μα με κουρέματα καταθέσεων, μα με νέους φόρους, μα με ξεπούλημα μεγάλων ελληνικών ΔΕΚΟ, μα με κλείσιμο κι άλλων επιχειρήσεων, μα με  αύξηση της ανεργίας… Η στρατηγική της Ελλάδας έφτασε σε αδιέξοδο. Καιρός να το ομολογήσουμε.


Μια ήττα για την Κύπρο, την Ελλάδα και τον ευρωπαϊκό Νότο

Το κυπριακό μνημόνιο έχει τρία μεγάλα θύματα. Το πρώτο και κύριο είναι προφανώς η Κύπρος. Παρά τις  προσπάθειές της για μια λύση πιο σύμφωνη με τους κανόνες της διεθνούς τραπεζικής, η Λευκωσία δεν θα αποφύγει το τέλος της ως διεθνούς χρηματοπιστωτικού κέντρου. Όμως για μια χώρα όπου το χρηματοπιστωτικό σύστημα και οι συναφείς νομικές και συμβολαιογραφικές υπηρεσίες απασχολούσαν τη μεγαλύτερη μερίδα εργαζομένων, η κατάρρευση της Λαϊκής, η αναδιάρθρωση της Κύπρου, η επιβολή μεγάλων ζημιών σε μετόχους, ομολογιούχους και ανασφάλιστους καταθέτες – σε όλα τα ποσά πλέον των 100.000 ευρώ – των δύο μεγάλων κυπριακών τραπεζών και η αποχώρηση των Ρώσων, σημαίνουν λουκέτα, δραματική αύξηση της ανεργίας, κόκκινα δάνεια, πτώση των τιμών ακινήτων και όλα όσα εμείς οι Έλληνες γνωρίζουμε πια καλά εξ εμπειρίας. Ό,τι κι αν λένε οι Σόιμπλε και  Μοσκοβισί, τα κυπριακά κεφάλαια που καίγονται δεν αφορούν μόνο Ρώσους ολιγάρχες αλλά και νομικά πρόσωπα, επιχειρήσεις που δεν θα μπορούν να πληρώσουν εργαζόμενους, προμηθευτές και δάνεια. Η ζημιά της Λευκωσίας θα επιδεινωθεί από την πιστωτική ασφυξία – ως συνέπεια του κουρέματος των καταθέσεων και της φυγής κεφαλαίων – ενώ η απουσία ρευστότητας – λόγω των κεφαλαιακών ελέγχων – θα αποτελέσει το τελικό χτύπημα στην κυπριακή οικονομία η οποία εξαρτά την κατανάλωσή της από τις εισαγωγές. Η κατάρρευση θα είναι καλπάζουσα και η ύφεση εκτιμάται θα ξεπεράσει το 10% φέτος. Ουσιαστικά – όπως ορθά επισήμανε η Moody’s – η ζημιά για την Κύπρο είναι τόσο μεγάλη που σύντομα δεν θα μπορεί να εξυπηρετεί το υπάρχον δημόσιο χρέος της και θα εισέλθει σε μια κατάσταση παρατεταμένης ημι-χρεοκοπίας σαν την ελληνική και εξάρτησης από την “γενναιοδωρία” της γερμανικής Ευρώπης. Υπό αυτές τις συνθήκες θα ευχόταν κανείς οι Κύπριοι να συνειδητοποιήσουν γρήγορα ότι δεν έχουν κανένα κέρδος από την παραμονή τους στο ευρώ και να εκμεταλλευτούν το διαθέσιμο χρόνο για να επιστρέψουν στη λίρα τους. Το διάγγελμα του φρεσκοεκλεγμένου τους προέδρου Αναστασιάδη όμως δεν προοιωνίζει τέτοια σχέδια.    

Το δεύτερο θύμα του κυπριακού μνημονίου είναι η Ελλάδα. Οι οικονομίες Ελλάδας και Κύπρου είναι συγκοινωνούντα δοχεία και θα το νιώσουμε πολύ γρήγορα. Κάποιες χιλιάδες Έλληνες που με την ελληνική κρίση είχαν μετακομίσει στην Κύπρο για δουλειά θα βρεθούν  άνεργοι και περί τις 1.000 ελληνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται και στις δύο χώρες θα χάσουν καταθέσεις και τζίρο και θα συρρικνωθούν ή θα βάλουν λουκέτο. Μεγάλο πλήγμα θα δεχτούν και οι ελληνικές εξαγωγές. Η Κύπρος είναι από τις σημαντικότερες εξαγωγικές αγορές της Ελλάδας αλλά το διμερές εμπόριο θα βουλιάξει καθώς θα γίνεται με μετρητά και καμιά από τις δύο χώρες δεν θα διαθέτει ρευστότητα. Ζημιές θα έχουν και οι ελληνικές τράπεζες αφού το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει την υψηλότερη έκθεση στην Κύπρο μετά το ρωσικό. Και βεβαίως ό,τι κι αν έλεγε την περασμένη βδομάδα περί θωρακισμένου τραπεζικού συστήματος ο κ. Στουρνάρας,  οι ανησυχίες για το τι επίκειται στις προς ανακεφαλαίωση  ελληνικές τράπεζες με τα αρνητικά ίδια κεφάλαια πολλαπλασιάζονται, ενώ οι προσδοκίες για επιστροφή καταθέσεων στην Ελλάδα ξεφτίζουν. 

Και το τρίτο θύμα του κυπριακού μνημονίου είναι ο ευρωπαϊκός Νότος. Μόλις πριν εννιά μήνες στην Ευρώπη σχηματίστηκε για πρώτη φορά από την έναρξη της κρίσης μια συμμαχία των “μεγάλων” του ευρωπαϊκού Νότου προκειμένου να αποκρούσει τους γερμανικούς εκβιασμούς και πέτυχε να υποχρεώσει τη Γερμανία να δεχτεί την ανακεφαλαιοποίηση των προβληματικών ευρωπαϊκών τραπεζών με ανάληψη του κόστους από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό. Εύλογα λοιπόν θα περιμέναμε στην υπόθεση της Κύπρου – που αφορούσε προβληματικές τράπεζες όπως και στην Ισπανία – να δούμε την επιστροφή και επιβεβαίωση της συμμαχίας του Νότου, ιδίως επειδή στο μεσοδιάστημα το Βερολίνο αναίρεσε τις δεσμεύσεις του και υιοθέτησε παρελκυστικές τακτικές. Κι όμως, δεν την είδαμε. Η κυπριακή σφαγή πέρασε από το Eurogroup ομόφωνα, χωρίς την παραμικρή αντίδραση από την Ιταλία, την Ισπανία και τη Γαλλία. Φάνηκαν να πρυτανεύουν κυνικές εκτιμήσεις ότι οι “μικροί” του Νότου μπορούν κάλλιστα να θυσιαστούν αφού οι “μεγάλοι” έλαβαν το ΟΜΤ της ΕΚΤ που κρατά το κόστος δανεισμού τους χαμηλά και αφού η Κύπρος είναι “ειδική περίπτωση” και τέτοιες τραπεζικές σφαγές εμάς τους “μεγάλους” δεν μας αγγίζουν. Να όμως που μόλις μπήκαν οι υπογραφές, ο νεόκοπος πρόεδρος του Eurogroup Γ. Ντάισελμπουμ έσπευσε να δηλώσει ότι το μοντέλο ανακεφαλαιοποίησης των κυπριακών τραπεζών εκφράζει τη νέα στρατηγική της Ευρωζώνης και ότι στόχος της είναι να μη χρησιμοποιηθεί ποτέ ο ευρωπαϊκός μηχανισμός. Η ανακοίνωση προκάλεσε πτώση του ευρώ, των τραπεζικών μετοχών Ιταλίας, Ισπανίας και Γαλλίας και τις διαμαρτυρίες της Μαδρίτης που κατάλαβε ότι πιάστηκε στον ύπνο. Έτσι ο Ντάισελμπλουμ έσπευσε να τα μαζέψει επιβεβαιώνοντας ότι η Κύπρος αποτελεί “ειδική περίπτωση” – όμως το μήνυμα του Βερολίνου είχε δοθεί και ήταν προαναγγελία καψίματος κεφαλαίων για ολόκληρο τον ευρωπαϊκό Νότο. Κατόπιν τούτου, κάθε προσδοκία ανάπτυξης και εξόδου από την κρίση για αναβάλλεται για όλες τις χώρες του Νότου, μικρές και μεγάλες, επ’ αόριστον.   

Το τέλος της ελληνικής μεταποίησης

Άπαντες οι Έλληνες κι Ευρωπαίοι οικονομολόγοι που ασκούν κριτική στο πρόγραμμα εσωτερικής υποτίμησης της Ελλάδας, τονίζουν ότι η λύση βρίσκεται στη μεταφορά κεφαλαίων και εργαζομένων από τους κλάδους που απευθύνονται στην εσωτερική κατανάλωση στους κλάδους των εμπορεύσιμων αγαθών, δηλαδή στην αύξηση της παραγωγής αγροτικών και βιομηχανικών προϊόντων. Η άνοδος των ελληνικών εξαγωγών δείχνει πως οι μεταποιητικές επιχειρήσεις, έστω και δύσκολα, το παλεύουν. Θα περίμενε λοιπόν κανείς από την κυβέρνηση Σαμαρά – που ως δεξιά, νοιάζεται, υποτίθεται, για τις επιχειρήσεις – να έχει αν όχι σχέδιο, τουλάχιστον πρόθεση στήριξης της ελληνικής μεταποίησης. Κι όμως αυτή απουσιάζει. 

Ο Αντώνης Σαμαράς παραβρέθηκε στην υπογραφή της συμφωνίας ανάμεσα στην Cosco, τη Hewlett Packard και τον ΟΣΕ κι έσπευσε να ανταποκριθεί θετικά στο αίτημα των Κινέζων για απαλλαγή των εισαγόμενων εμπορευμάτων του διεθνούς διακομεταμιστικού εμπορίου από την άμεση καταβολή ΦΠΑ. Τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ υποδέχτηκαν το deal με ουρανομήκεις θριαμβολογίες θολώνοντας την ουσία των προσδοκώμενων εθνικών οφελών από αυτό. Η συμφωνία Cosco-HP-ΟΣΕ σημαίνει κέρδη για την Cosco, τη ΗΡ και τον προσεχώς ιδιωτικό ΟΣΕ, αλλά όχι και για το δημόσιο ταμείο, αφού η Cosco, επικαλούμενη ζημιές, ζητά μείωση του τιμήματος που καταβάλλει στον ΟΛΠ. Δεν σημαίνει επίσης κάτι αξιοσημείωτο σε νέες θέσεις εργασίας. Η μόνη άξια λόγου διάσταση του deal αφορά τη μεσοπρόθεσμη προοπτική της μετατροπής του Πειραιά σε κέντρο διακομεταμιστικού εμπορίου η οποία ενδέχεται να οδηγήσει στη μεταφορά της συναρμολόγησης κάποιων πολυεθνικών στη χώρα μας. Αυτό ναι, είναι σημαντικό, γιατί μπορεί να δημιουργήσει δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας. Ενδέχεται, όμως… Σε μια πενταετία… Η Ελλάδα δεν έχει χρόνο, βουλιάζει τώρα.

Ο Αντώνης Σαμαράς δεν ανταποκρίθηκε όμως στο πολύ πιο σημαντικό κάλεσμα SOS της εναπομείνασας ελληνικής μεταποίησης που στραγγαλίζεται από την εκτόξευση του κόστους ενέργειας σε πρωτοφανή ύψη. Το ενεργειακό κόστος της ελληνικής βιομηχανίας έχει περάσει από το 25% του παραγωγικού τιμολογίου προ κρίσης στο 45-50% σήμερα.  Τα τρία βαρίδια που το έχουν επιβαρύνει δραστικά είναι: Πρώτον, η άκαμπτη πολιτική της πράσινης μεν μονεταριστικής δε Ευρώπης, που είχε τη φαεινή ιδέα να επιβάλλει αποπληθωρισμό στις χώρες του Νότου παράλληλα με τη δραστική αύξηση του ενεργειακού τους κόστους με τα τέλη ΑΠΕ και τα χρηματιστήρια ρύπων. Δεύτερον, η μεγάλη αύξηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης στο φυσικό αέριο και τον ηλεκτρισμό ειδικώς στην Ελλάδα, δια χειρός Β. Βενιζέλου. Τρίτον:  η πολύ μεγάλη χρήση των πανάκριβων μονάδων φυσικού αερίου – που συν τοις άλλοις έχει υψηλή τιμή στην Ελλάδα – για ηλεκτροπαραγωγή αντί των φτηνών μονάδων του λιγνίτη σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο επειδή αυτό συμφέρει κάποια μεγάλα επιχειρηματικά τζάκια (Κοπελούζος, Περιστέρης, Μυτιληναίος κλπ). 

Η Ελληνική Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας που εκπροσωπεί το τσιμέντο, τον χάλυβα, τα λιπάσματα, την κλωστοϋφαντουργία, την υαλουργεία, τη χαρτοποιία, είχε  ζητήσει από καιρό μείωση του κόστους ενέργειας. Με τόσο ακριβό ρεύμα, καμιά ελληνική ενεργοβόρα βιομηχανία δεν μπορεί να παράγει προϊόντα ικανά να ανταγωνιστούν τα ισπανικά, τα πορτογαλικά, τα τούρκικα και τα κινέζικα, που έχουν πάνω τους πολύ λιγότερες επιβαρύνσεις – ούτε οι παραδοσιακές εξαγωγικές βιομηχανίες, ούτε και όσες απευθύνονταν έως πρότινος στην εσωτερική κατανάλωση και πλέον το παλεύουν με εξαγωγές.  

Η κυβέρνηση είχε δώσει τότε διαβεβαιώσεις ότι θα μειώσει το κόστος ενέργειας. Προτάσεις άλλωστε υπήρχαν. Θα μπορούσε να δημιουργηθεί μηχανισμός αντιστάθμισης για το κόστος αγοράς ρύπων, όπως έχει γίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ή να απαλλαγούν οι ενεργοβόρες βιομηχανίες από το τέλος ΑΠΕ όπως έγινε στη Γερμανία.  Ή να υιοθετηθεί το μοντέλο ΝΟΜΕ που θα έδινε στην ελληνική βιομηχανία πρόσβαση σε φθηνό ρεύμα λιγνιτικών μονάδων. Ή να μειωθούν οι ΕΦΚ.
Κι όμως, η κυβέρνηση δεν έκανε απολύτως τίποτα. Πέρα από το να εκδώσει την περασμένη βδομάδα μια ανακοίνωση δικαιολόγησης της αδράνειάς της με την οποία υποστήριξε ότι το κόστος ενέργειας δεν είναι, λέει, πρόβλημα γιατί έτσι δείχνουν κάποιοι πίνακες της Eurostat  – οι οποίοι όμως δεν αντικατοπτρίζουν τη μείωση του κόστους από τις ειδικές πρακτικές  κάθε ευρωπαϊκής χώρας. Και φυσικά τα ΜΜΕ που θριαμβολογούσαν για το deal της Cosco πέρασαν την είδηση στα ψιλά. 

Η κυβέρνηση Σαμαρά φαίνεται ότι επέλεξε τις πολυεθνικές σε βάρος της όποιας εναπομείνασας ελληνικής μεταποίησης. Πρόκειται για συνταγή καταστροφής. Η χαρτοποιία Sca Hellas ανακοίνωσε λουκέτο, η μεταλλουργία Σοβέλ διέκοψε την παραγωγική δραστηριότητα για ένα μήνα, η κλωστοϋφαντουργία Επίλεκτος δουλεύει με το μισό της παραγωγικό δυναμικό. Κάποιες εκατοντάδες από τους 10.000 εργαζόμενους τους περνούν στις τάξεις των ανέργων. Κι η Ελλάδα εξάγει το βαμβάκι της προς 1 ευρώ το κιλό στην Κίνα και την Τουρκία που δεν δεσμεύονται από ευρωπαϊκούς κανονισμούς και παλαβά μνημόνια για να το ξαναγοράσει από αυτές ως ύφασμα και ρούχο σε πολλαπλάσια αξία. Έτσι θα σωθούμε;
  

Στροφή προς το ρεαλισμό

Διατυπώθηκαν πολλές ενστάσεις στον τρόπο με τον οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ διάβαζε την ελληνική κι ευρωπαϊκή κρίση και πολιτεύονταν έως πρόσφατα. Αρχικά το κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς έδειξε να αγνοεί τις αναλύσεις που προέβλεπαν ότι το πρόγραμμα των δανειστών θα οδηγούσε την Ελλάδα σε υφεσιακό σπιράλ και στάθηκε αρνητικά απέναντι στις όποιες  – ριψοκίνδυνες και μη – ευκαιρίες παρουσιάστηκαν ως το PSI για έναν άλλο δρόμο. Στη συνέχεια, άφησε επί μακρόν τη δράση του να παγιδευτεί ανάμεσα στην υποστήριξη των “κινημάτων” – ουσιαστικά των υπαλλήλων του στενού και ευρύτερου τομέα αφού μόνο αυτοί έχουν ισχυρά συνδικάτα, συνάμα όμως αποτελούν και τις μόνες  προστατευμένες ομάδες εργαζομένων σε αυτή τη χώρα – και τη δράση στους κόλπους του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Ίσως όμως το πιο προβληματικό στοιχείο να υπήρξε η παρατεταμένη άρνηση του ΣΥΡΙΖΑ να αναγνωρίσει το ότι η Ελλάδα, ως μέλος μιας προβληματικής και ακραία νεοφιλελεύθερης νομισματικής ένωσης, και με έναν δημόσιο και ιδιωτικό τομέα που είχαν υπερδανειστεί σε ευρώ – ένα οιονεί ξένο νόμισμα που η χώρα δεν έλεγχε μέσω της κεντρικής τράπεζάς της – βρισκόταν από το 2010 σε ελεγχόμενη πτώχευση κι εξαρτώνταν από τους δανειστές της. Το πρόβλημα αυτό το βρήκε μπροστά του στις εκλογές. Το 4% έγινε 27% αλλά οι εκλογές χάθηκαν. Και χάθηκαν όχι μόνο εξαιτίας της εκστρατείας τρομοκρατίας που εξαπέλυσαν οι αντίπαλοί του αλλά κι επειδή ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να απαντήσει στο αιχμηρό αλλά ορθό ερώτημα των καναλιών: «Λέτε πως θα καταργήσετε τα μνημόνια, τα χαράτσια, θα επαναφέρετε μισθούς και συντάξεις κι όλα αυτά κρατώντας τη χώρα στο ευρώ. Πού θα βρείτε τα λεφτά;». 

Να όμως που ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε τη θετική έκπληξη. Οι δύο εξαιρετικές – και με επικοινωνιακούς όρους – συνεντεύξεις που έδωσε ο επικεφαλής οικονομικού σχεδιασμού του ΣΥΡΙΖΑ Γιάννης Δραγασάκης αυτή την εβδομάδα στη ΝΕΤ και τον Σκάι σηματοδότησαν μια μετάβαση από το αόριστο και παρελθοντικό στο συγκεκριμένο, παροντικό και  ρεαλιστικό. Παρείχαν επίσης τις βασικές γραμμές ενός συγκροτημένου και πειστικού πολιτικού σχεδίου του ΣΥΡΙΖΑ. Τι ακριβώς είδα:

Πρώτον, η ρητορική των υποσχέσεων για επιστροφή στο προπτωχευτικό παρελθόν της Ελλάδας εγκαταλείφθηκε. Ο ΣΥΡΙΖΑ βλέπει επιτέλους κατάματα την πραγματικότητα της οικονομικής και κοινωνικής κατάρρευσης και διαγράφει με ειλικρίνεια και αριστερή έγνοια τις δυνατότητες του σήμερα. Η πολιτική του πρόταση αναγνωρίζει ότι λεφτά δεν υπάρχουν, έτσι δεν αφορά πλέον απαλλαγές από χαράτσια, τουλάχιστον όχι για όσους έχουν δουλειά και εισοδήματα, ούτε αποκατάσταση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων. Εστιάζει στην υποστήριξη των πιο αδύναμων, με δεσμεύσεις για επαναφορά του κατώτατου μισθού του ιδιωτικού τομέα και προτάσεις για εισαγωγή κοινωνικού μισθού που μπορεί να περιλάβει την παροχή δωρεάν νερού, ηλεκτρικού και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στους άνεργους και τους ευάλωτους.

Δεύτερον, ο ΣΥΡΙΖΑ αντιλαμβάνεται ορθά ότι πρέπει να επιδιώξει μια ισορροπία απέναντι στη διχοτομία δημόσιο-ιδιωτικό σε ό,τι αφορά τις επενδύσεις, διότι ναι μεν ο ίδιος προκρίνει το δημόσιο έλεγχο, αλλά η χώρα ανήκει σε ένα νεοφιλελεύθερο μπλοκ και δεν μπορείς να φέρεις τα πάνω κάτω χωρίς περαιτέρω κόστος. Κατά συνέπεια παραμένει ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις των κερδοφόρων δημοσίων επιχειρήσεων και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, εμφανίζεται όμως θετικός απέναντι σε ξένες επενδύσεις που ικανοποιούν τις ανάγκες της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας.

Τρίτον, ο ΣΥΡΙΖΑ καταθέτει ένα ξεκάθαρα διαρθρωμένο πολιτικό σχέδιο για την απεμπλοκή της Ελλάδας από την λιτότητα έως θανάτου με τρία βήματα. Βήμα πρώτο: η επεξεργασία ενός προγράμματος μεταρρυθμίσεων, δημοσιονομικής διαχείρισης και παραγωγικής ανασυγκρότησης. Πρόκειται για το ζητούμενο δικό μας πρόγραμμα που θα αντικαταστήσει το πρόγραμμα των δανειστών το οποίο φτωχοποιεί ανεπίστρεπτα την ελληνική κοινωνία μόνο και μόνο για να δώσει την ψευδή εντύπωση ότι το πρόγραμμα βγαίνει. Βήμα δεύτερο: με αυτό το πρόγραμμα κατεβαίνει στις εκλογές. Βήμα τρίτο: αν πάρει τις εκλογές, πάει στην Ευρώπη με φρέσκια λαϊκή εντολή και ζητά αναδιαπραγμάτευση της δανειακής σύμβασης, χωρίς να  διαπραγματευτεί καμία οπισθοχώρηση από το επικυρωμένο από τη λαϊκή πλειοψηφία πρόγραμμά του. Ζητά δηλαδή ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για την εφαρμογή του, αν του την αρνηθούν ζητά εξαιρέσεις από την κοινοτική νομοθεσία που θα διευκολύνουν την εφαρμογή του κι αν του τις αρνηθούν κι αυτές, προχωρά μόνος του με τους διαθέσιμους πόρους επιλέγοντας  την ανυπακοή.

Το νέο πολιτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ θα βρει αντιστάσεις, έχει όμως ένα μεγάλο ατού: υπάρχει ευρύτατη κοινωνική συναίνεση ότι η λιτότητα πρέπει να τελειώσει φέτος. Η  συναίνεση αυτή γίνεται αντιληπτή παντού για όποιον έχει τα αυτιά του ανοιχτά, στις παρέες, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αλλά και στα γραπτά πολιτικών προσώπων του άλλου πόλου. Για παράδειγμα του Ανδρέα Ανδριανόπουλου που ζητά στάση πληρωμών και του πρώην πρόεδρου του ΣΜΕΧΑ και υποψήφιου με τη ΝΔ στις τελευταίες εκλογές Αλέξανδρου Μωραϊτάκη, που μόλις πριν μια βδομάδα βγήκε και προειδοποίησε ανοιχτά για επερχόμενη εθνική καταστροφή, χειρότερη κι από τη Μικρασιατική αν συνεχιστεί το πρόγραμμα.

Το "λάθος" του ΔΝΤ και η άρνηση της Ευρώπης στο σωστό

Ο λανθασμένος πολλαπλασιαστής του ΔΝΤ έχει την τιμητική του.. Αν και το θέμα είναι γνωστό, θα το συνοψίσω με λίγα λόγια: τον περασμένο Οκτώβριο το μεγαλύτερο οικονομικό όνομα του ΔΝΤ, ο Ολιβιέ Μπλανσάρ, ανακοίνωσε ότι ο πραγματικός πολλαπλασιαστής της ελληνικής οικονομίας – ένα νούμερο που δείχνει τι ύφεση θα έχεις λαμβάνοντας δημοσιονομικά μέτρα χ ύψους – ήταν πολύ μεγαλύτερος του αριθμού που χρησιμοποιούσαν τα προγράμματα της τρόικας: συγκεκριμένα ήταν 1.7, αντί του αρχικά υπολογιζόμενου 0.5. Γι’ αυτό όλες οι προβλέψεις της τρόικας έπεφταν τραγικά εκτός. Γι’ αυτό και είχαμε π.χ. το 2012 ύφεση 6.7%, ανεργία 25% και χρέος προς το ΑΕΠ 200% – μετά το PSI, την επαναγορά ομολόγων του Δεκεμβρίου 2012 και τις μειώσεις στα επιτόκια – αντί ανάπτυξης 1%, ανεργίας 15% και χρέους στο 150% του ΑΕΠ,  που έλεγε η τρόικα. Η ομιλία Μπλανσάρ έκανε πολλούς τότε στις Βρυξέλλες να βγάλουν καπνούς από τ’ αυτιά: δεν ήθελαν αμφισβητήσεις των προγραμμάτων του Νότου που θα μπορούσαν να προκαλέσουν πολιτικές και λαϊκές αντιδράσεις και να διαταράξουν τις προσπάθειές τους να ηρεμήσουν τις αγορές.

Η τελική έκθεση Μπλανσάρ-Λι δημοσιεύτηκε στις 3 Ιανουαρίου και προς μεγάλη ικανοποίηση των Ευρωπαίων τεχνοκρατών πέρασε αρχικά απαρατήρητη μέχρι που στις 22 Ιανουαρίου το γαλλικό πολιτικό περιοδικό Marianne ανακάλυψε το θέμα. Το περιοδικό, σε σχόλιό του, ελεεινολογούσε την κοινωνική καταστροφή που έχει συντελεστεί στην Ελλάδα και την Πορτογαλία κι έλεγε πως από τη στιγμή που η έκθεση Μπλανσάρ έδειχνε πως τα προγράμματα των δανειστών είχαν υποτιμήσει τις επιπτώσεις της λιτότητας, ήταν αδιανόητη η συνέχισή τους.

Από το Marianne το θέμα πέρασε στην ελληνική πολιτική σκηνή, καθώς την ίδια θέση διατύπωσε ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ. Το αίτημα Τσίπρα για αλλαγή πολιτικής υποχρέωσε και τα στελέχη της κυβέρνησης να ανοίξουν το ζήτημα: ο Αντώνης Σαμαράς το έθεσε στη  σύνοδο κορυφής προκειμένου να διεκδικήσει περισσότερα λεφτά από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, μας είπαν, και ο Γιάννης Στουρνάρας έκανε, λέει, το ίδιο στη σύνοδο των Υπουργών Οικονομικών. Στην όλη συζήτηση παρενέβη και η Καθημερινή, με ένα μεγάλο  αφιέρωμα που είχε στόχο να αποκρούσει την αμφισβήτηση του ελληνικού προγράμματος από το ΣΥΡΙΖΑ και στο οποίο ζήτησε τη συμμετοχή του ίδιου του Ολιβιέ Μπλανσάρ. Ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ έγραψε  αρκετά σωστά πράγματα αλλά είπε – σε συναρμονία με διάφορες άλλες μνημονιακές πένες της Καθημερινής – και κάτι αναληθές: ότι για το μέγεθος της ελληνικής ύφεσης ευθύνεται η ανεπαρκής εφαρμογή του προγράμματος και η παρατεταμένη περίοδος πολιτικής αστάθειας στην Ελλάδα.

Ο Ντομινίκ Στρος Καν είχε πει από την αρχή
ότι το ελληνικό πρόγραμμα δεν θα ήταν αποτελεσματικό αν οι Ευρωπαίοι… 
 

Αυτή είναι μια πολύ βολική εξήγηση των φιλομνημονιακών δυνάμεων για το ελληνικό αδιέξοδο αλλά δεν ισχύει. Για του λόγου το αληθές θα παραπέμψω στον πρώην διευθυντή του ΔΝΤ Ντομινίκ Στρος Καν που από τον Ιούλιο του 2010 είχε προβλέψει ότι το ελληνικό πρόγραμμα δεν θα ήταν αποτελεσματικό αν οι Ευρωπαίοι δεν συναινούσαν στις προτάσεις του για μεγαλύτερη χρηματοδότηση της Ελλάδας.

Η σχετική δήλωση υπάρχει σε συνέντευξη του Ντομινίκ Στρος Καν εφ’ όλης της ύλης προς τον Άλαν Μπίτι των Financial Times την 1η Ιουλίου 2010 (την οποία μπορείτε να δείτε στη διεύθυνση http://video.ft.com/v/106395986001/Strauss-Kahn-says-IMF-rebalancing-world-economy). Ανάμεσα στα πολλά θέματα της συζήτησης ήταν και το ελληνικό πρόγραμμα (από το 5ο ως το 8ο λεπτό) . “Τι γίνεται με το ελληνικό πρόγραμμα που προβλέπει τη μεγαλύτερη μείωση δημόσιου ελλείμματος στο πιο σύντομο χρονικό διάστημα που έγινε στην πρόσφατη ιστορία και μάλιστα σε μια συγκυρία χαμηλής διεθνούς ζήτησης (σσ. δηλαδή παγκόσμιας ύφεσης)”, ρωτάει ο δημοσιογράφος. (Προσέξτε, το ελληνικό πρόγραμμα περιγράφεται ήδη ως ένα εγχείρημα που δεν έχει επιχειρηθεί ποτέ ξανά). Ο Στρος Καν απαντά ότι το ελληνικό πρόγραμμα έχει ακόμη περισσότερα προβλήματα: όχι μόνο επιχειρεί τη μεγαλύτερη μείωση ελλείμματος στο πιο σύντομο χρονικό διάστημα που έγινε ποτέ και σε συγκυρία παγκόσμιας ύφεσης, πράγμα που το καθιστά πολύ οδυνηρό για τους Έλληνες. Το ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημά του απορρέει από το ότι η Ελλάδα δεν είναι μια “φυσιολογική χώρα”, αλλά μέλος μιας νομισματικής ένωσης, έτσι δεν έχει δικό της νόμισμα για να το υποτιμήσει και με την εφαρμογή του προγράμματος θα οδηγηθεί σε πολύ βαθιά ύφεση. Αυτό, συνεχίζει ο Στρος Καν, σημαίνει ότι το πρόγραμμα δεν θα είναι μόνο πολύ οδυνηρό αλλά και ότι “μπορεί να μην είναι τόσο αποτελεσματικό όσο θα έπρεπε” – ότι δηλαδή μπορεί να μην αποκαταστήσει τη μακροπρόθεσμη οικονομική βιωσιμότητα της χώρας, να μην σώσει δηλαδή την Ελλάδα – “εκτός κι αν συμπληρωθεί με ευρωπαϊκά κονδύλια” που θα στηρίξουν παράλληλα την ανάπτυξη. “Προσπαθούμε να πείσουμε τους Ευρωπαίους γι’ αυτό – δεν τα έχουμε καταφέρει μέχρι στιγμής – αλλά ελπίζουμε να τα καταφέρουμε στο μέλλον”, καταλήγει ο διευθυντής του ΔΝΤ. Όπως όλοι όμως ξέρουμε ο Στρος Καν έφυγε από το ΔΝΤ πριν κλείσει χρόνος χωρίς να καταφέρει να πείσει τους Ευρωπαίους για τίποτα.

Το δίδαγμα είναι ότι επειδή η χώρα ζει μια κρίσιμη περιπέτεια, πρέπει να αρχίσουμε να ξεχωρίζουμε το θέμα του λανθασμένου πολλαπλασιαστή από το θέμα του προβληματικού προγράμματος και τον ρόλο του ΔΝΤ από τον ρόλο των Ευρωπαίων, λέγε με Γερμανία.
  
Οι λάθος πολλαπλασιαστές και τα προβληματικά προγράμματα


O λανθασμένος πολλαπλασιαστής του ΔΝΤ είναι ζήτημα σοβαρό κυρίως για την εικόνα της Ελλάδας στην Ευρώπη. Η  υιοθέτησή του έφερε προβλήματα επειδή οι αλλεπάλληλες αδυναμίες των διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων να πιάσουν τους στόχους του προγράμματος, λόγω της μεγαλύτερης του αναμενόμενου ύφεσης, αποδίδονταν μονίμως στην “κακιά Ελλάδα” και όχι στον λάθος πολλαπλασιαστή. Το αποτέλεσμα ήταν να συντηρείται  επί μακρόν το κλίμα απαξίωσης της χώρας στην Ευρώπη. Πρέπει να υπάρξει διαφάνεια στα τροϊκανά προγράμματα, να υπολογιστούν από την αρχή σωστά τα νούμερα στον προϋπολογισμό 2013 και σε όλα τα κείμενα της τρόικας για να μην έχουμε αύριο καταγγελίες ότι η Ελλάδα είναι ξανά εκτός στόχων – και το θέμα του πολλαπλασιαστή κλείνει εδώ. Το σημαντικό και βαρύνον για την επιβίωση των ανθρώπων του τόπου είναι το προβληματικό πρόγραμμα. Το πρόγραμμα που εφαρμόζουμε είναι όχι απλά οδυνηρό αλλά και αναποτελεσματικό γιατί, όπως είπε κι ο Στρος Καν, η Ελλάδα δεν είχε δικό της νόμισμα για να το υποτιμήσει, η Ευρώπη δεν θέλησε ποτέ να τη βοηθήσει πραγματικά κι έτσι έχουμε φτάσει σε ένα βάθος ύφεσης που καταστρέφει με ταχείς ρυθμούς την ελληνική οικονομία – ακόμα και τα παραγωγικά κομμάτια της.

Με τον ίδιο τρόπο πρέπει να διακρίνουμε το ρόλο του ΔΝΤ από το ρόλο των Ευρωπαίων. Το ΔΝΤ εφαρμόζει τυποποιημένες νεοφιλελεύθερες συνταγές που δεν μας αρέσουν, είναι όμως ένας συμπαγής οργανισμός που νοιάζεται για την αποτελεσματικότητα και που δεν έφτασε ποτέ να υποστηρίξει τις γερμανικές θεωρίες περί “επεκτατικής λιτότητας” … έως θανάτου. Αντίθετα, αυτό που λέμε αφηρημένα Ευρώπη έχει εξελιχθεί σε μια διαπάλη εθνικών συμφερόντων και σε μια κυνική κυριαρχία του γερμανικού ηγεμονισμού. Στα δυόμισι χρόνια της κρίσης ο Ντομινίκ Στρος Καν και η Κριστίν Λαγκάρντ εργάστηκαν για την προώθηση πολιτικών που, αν είχαν υιοθετηθεί, θα επέτρεπαν ίσως στο ελληνικό πρόγραμμα, παρότι νεοφιλελεύθερο, να έχει κάποιο νόημα. Όλες οι προτάσεις τους όμως συντρίφτηκαν στα βράχια των γερμανικών αρνήσεων. Και η κύρια ευθύνη γι’ αυτό βαραίνει τις τρεις διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις Παπανδρέου, Παπαδήμου, Σαμαρά, που αντί να επιλέξουν τη  συμμαχία με το ΔΝΤ η οποία εξυπηρετούσε καλύτερα τα συμφέροντα της χώρας, επέλεγαν κατά κανόνα να παριστάνουν τους υπάκουους μαθητές της Μέρκελ.