Δημιούργησα αυτό το blog όταν έμεινα άνεργη. Αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου ως άνεργη του/λόγω ευρώ - δηλαδή ως eurounemployed. Γιατί; Τις παραμονές της εισόδου της Ελλάδας στο ευρώ, κυριαρχούσε μια ρητορική περί "ισχυρής Ελλάδας" και συμμετοχής της στον "πυρήνα της Ευρώπης" που θα έφερνε πλούτο - η οποία όμως δεν εξηγούσε πώς θα έρθει ο πλούτος. Τότε δεν έκανα οικονομικά, οπότε ρώτησα σχετικά φίλιες δυνάμεις οικονομικών συντακτών. Μου απάντησαν πως η συμμετοχή σε μια νομισματική ένωση αυξάνει τον συνολικό πλούτο, άρα επωφελούνται όλοι. Έστω, είπα, αλλά από τη στιγμή που ειδικώς η χώρα μας εισάγει όλο και περισσότερα από όσα εξάγει και χάνει διαρκώς παραγωγή, πώς θα ωφεληθεί από την ΟΝΕ; Κι αν αυτό γίνεται συνεχώς, δεν θα μας τελειώσουν κάποτε τα ευρώ; Πήρα μια απάντηση του τύπου "αυτό δεν έχει σημασία στα πλαίσια μιας νομισματικής ένωσης", η οποία δεν με ικανοποίησε. Πολλά χρόνια μετά, μάθαμε όλοι μας βιωματικά πως μια οικονομία με τα χαρακτηριστικά της ελληνικής, με τη συμμετοχή της σε μια νομισματική ένωση όπως η ΟΝΕ, υπερχρεώνεται και καταλήγει σε χρεοκοπία. Κι εγώ έμαθα ότι τα φαινομενικά απλοϊκά ερωτήματα που έθετα το 1999 περιέγραφαν το πρόβλημα του ισοζυγίου πληρωμών, που αποτέλεσε ένα από τα μείζονα προβλήματα του ευρώ, μια από τις βασικότερες αιτίες της κρίσης και το οποίο είχε συζητηθεί εκτεταμένα μεταξύ των οικονομολόγων κατά τη δεκαετία του 1990, όταν μεγάλο μέρος των δεινών που ζούμε σήμερα είχε προβλεφθεί - αλλά οι αλαζόνες πολιτικοί δεν έδιναν σημασία.
Να τι έγραφε ο οικονομολόγος Wynne Godley το 1992: "Τι θα συμβεί αν μια ολόκληρη χώρα – μια εν δυνάμει περιοχή σε μια πλήρως ολοκληρωμένη ένωση – υποστεί διαρθρωτική ύφεση; Όσο αυτή η χώρα αποτελεί ανεξάρτητο κράτος έχει τη δυνατότητα να υποτιμήσει το νόμισμά της. Στη συνέχεια μπορεί να συνεχίσει την οικονομική της δραστηριότητά επιτυχώς με πλήρη απασχόληση αν υποθέσουμε ότι ο κόσμος δεχτεί τις απαραίτητες μειώσεις στα πραγματικά του εισοδήματα. Σε μια οικονομική και νομισματική ένωση όμως, αυτή η δυνατότητα εμφανώς χάνεται και οι προοπτικές της χώρας επιβαρύνονται σοβαρά, εκτός κι αν υπάρξουν σοβαροί ομοσπονδιακοί δημοσιονομικοί διακανονισμοί που θα αναλάβουν να εκπληρώσουν έναν αναδιανεμητικό ρόλο (...). Αν μια χώρα ή μια περιοχή δεν έχει τη δυνατότητα να υποτιμήσει το νόμισμά της και δεν επωφελείται από ένα σύστημα δημοσιονομικών μεταβιβάσεων, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να σταματήσει μια διαδικασία σωρευτικής και ακραίας ύφεσης η οποία θα οδηγήσει στο τέλος στη μετανάστευση ως το μόνο εναλλακτικό δρόμο στη φτώχεια ή την πείνα". (Wynne Godley, Maastricht and All That. LRB,Vol 14. Nο 19 1992).

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Η δημιουργία του ευρώ ως «ασύμμετρο σοκ» για τον ευρωπαϊκό Νότο

Η άνοδος του μοναδιαίου κόστους εργασίας δεν ήταν η αιτία της απώλειας ανταγωνιστικότητας του ευρωπαϊκού Νότου. Ήταν δευτερογενές σύμπτωμα ενός  σοκ εγχώριας ζήτησης που έλαβε χώρα στο Νότο και προήλθε από τις αυξημένες κεφαλαιακές ροές από  Βορρά προς Νότο ως συνέπεια της δημιουργίας του ευρώ. Ο Νότος έχει ανταγωνιστικές εξαγωγές, γι’ αυτό δεν χρειάζεται εσωτερική υποτίμηση αλλά αύξηση των μισθών και της ζήτησης στο Βορρά.
 
Τα γραπτά των Felipe και Kumar για τα προβλήματα του ευρωγερμανικού επιχειρήματος «για όλα φταίνε οι ψηλοί μισθοί του Νότου» άνοιξαν νέους δρόμους στην οικονομική έρευνα. Στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν την αύξηση της μερίδας του κεφαλαίου σε βάρος της εργασίας στις χώρες της Ευρωζώνης, οι Felipe και Kumar διατύπωσαν την υπόθεση ότι θα μπορούσε να οφείλεται σε αύξηση κερδών των μη εμπορεύσιμων κλάδων της οικονομίας. (ΣΣ: οι κλάδοι των μη εμπορεύσιμων αφορούν ό,τι καταναλώνεται εγχωρίως, κατά κανόνα τις υπηρεσίες αλλά και τις κατασκευές. Αντίθετα, εμπορεύσιμα είναι τα προϊόντα της πρωτογενούς παραγωγής και της βιομηχανίας που έχουν υλική υπόσταση, μεταφέρονται και μπορούν να εξαχθούν. Βασικοί κλάδοι μη εμπορεύσιμων είναι οι τράπεζες και ασφάλειες, οι κατασκευές, οι κοινωνικές και προσωπικές υπηρεσίες, το χονδρικό και λιανικό εμπόριο κλπ. Στα μη εμπορεύσιμα εμπίπτει και ο τουρισμός αν και για πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, αποτελεί το κύριο εξαγωγικό τους προϊόν).
Κατά τη δεκαετία του 2000 η συμμετοχή των μη εμπορεύσιμων στο εθνικό προϊόν είχε μεγαλώσει σε βάρος της παραδοσιακής βιομηχανίας και μάλιστα σε όλες τις χώρες της Ευρωζώνης. Καθώς οι κλάδοι αυτοί απευθύνονται στην εσωτερική αγορά και είναι προστατευμένοι από το διεθνή ανταγωνισμό, έχουν κατά κανόνα μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους. Η υπόθεση των Felipe-Kumar αυτή τράβηξε το ενδιαφέρον των Guillaume Gaulier και Vincent Vicard,  οικονομολόγων από την Τράπεζα της Γαλλίας, οι οποίοι αποφάσισαν να τη διερευνήσουν.
Οι Gaulier και Vicard ξεκίνησαν εξετάζοντας τις μεταβολές στα νούμερα εξαγωγών από την κάθε χώρα της Ευρωζώνης προς τις άλλες στο διάστημα 2001-2008. Σκέφτηκαν ως εξής: αν ίσχυαν οι γερμανικές θεωρίες περί απώλειας ανταγωνιστικότητας του Νότου λόγω αύξησης των μισθών, θα έπρεπε οι εξαγωγές του Νότου σε αυτό το διάστημα να έχουν μειωθεί. Διαπίστωσαν ότι αυτό δεν ίσχυε. Με μόνη την εξαίρεση της Γαλλίας, όλες οι χώρες του ευρώ, αδιακρίτως του Βορρά και του Νότου, είχαν αύξηση εξαγωγών προς τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης τη συγκεκριμένη περίοδο και μάλιστα την ίδια αναλογικά.
 
Συμπέρασμα: Παρά τα περί του αντιθέτου λεγόμενα από το Βερολίνο, δεν υπήρξε καμία μείωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών, πορτογαλικών, ισπανικών κλπ εξαγωγών στα χρόνια του ευρώ. Αφού λοιπόν ο Νότος δεν είχε μείωση εξαγωγών, ακολουθούσαν, φυσιολογικά, δύο ερωτήματα: Πρώτο, πώς είχαν προκύψει τα μεγάλα ελλείμματα του Νότου; Δεύτερο, πώς συμβιβάζονταν η αύξηση των εξαγωγών του ευρωπαϊκού Νότου με την άνοδο του μοναδιαίου κόστους εργασίας;
Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα ήταν εύκολη: αφού δεν υπήρχε μείωση εξαγωγών, τα ελλείμματα του Νότου προέκυψαν από αύξηση εισαγωγών. Η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα ήταν δύσκολη και οι Gaulier και Vicard χρειάστηκε να ανατρέξουν στην ευρωπαϊκή βάση δεδομένων EU-KLEMS, που περιέχει αναλυτικά οικονομικά στοιχεία για τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά παραγωγικό κλάδο.
Αυτό που οι δυο Γάλλοι λοιπόν διαπίστωσαν με την ανάλυση των δεδομένων της βάσης ήταν πως οι μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των χωρών του Νότου και της Γερμανίας προέκυπταν από μεγάλες διαφορές στη δυναμική των τιμών στους κλάδους των μη εμπορεύσιμων – οι οποίοι, όπως είπαμε, αφορούσαν την εσωτερική κατανάλωση – και όχι των τιμών της βιομηχανίας, η οποία παρήγαγε προϊόντα για τις διεθνείς αγορές κι εμφάνιζε μικρότερες αποκλίσεις.
Μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα που ανέδειξαν οι Gaulier-Vicard για τις αποκλίσεις των τιμών (σε οικονομικούς όρους των τιμών προστιθέμενης αξίας οι οποίες, επαναλαμβάνουμε, συμμετέχουν στον υπολογισμό του μοναδιαίου εργατικού κόστους) για την περίοδο 1999-2007:
Κατασκευές:  οι τιμές των κατασκευών αυξάνονταν ετησίως στη Γερμανία κατά 1.9%, στην Ελλάδα κατά 2.8%, στην Ισπανία κατά 7.7% και στην Ιρλανδία κατά 9.3% – εδώ έχουμε μια χαρακτηριστική αποτύπωση της φούσκας ακινήτων του Νότου.
Ξενοδοχεία και εστίαση: οι τιμές αυξάνονταν ετησίως στη Γερμανία κατά 2%, στην Ιταλία και την Ιρλανδία κατά 3.4%, στην Ισπανία και την Πορτογαλία κατά 5.2% και στην Ελλάδα κατά 6.2%.
Χονδρικό και λιανικό εμπόριο: στη Γερμανία δεν υπήρξε καμία μεταβολή τιμών μέσα σε 8 ολόκληρα χρόνια, ενώ στην Ελλάδα και την Πορτογαλία οι τιμές αυξάνονταν ετησίως κατά 2.9%, στην Ισπανία κατά 3.3% και στην Ιρλανδία κατά 6.1%.
Προσωπικές υπηρεσίες: οι τιμές αυξάνονταν στη Γερμανία κατά 0.9% ετησίως, στην Ισπανία 3.7% στην Ελλάδα 4.4%, στην Πορτογαλία 4.8% και στην Ιρλανδία 6.9%.
Οι δύο Γάλλοι οικονομολόγοι σημειώνουν επίσης ότι πρέπει να προσέξουμε και το εξής: ότι όλες αυτές οι αυξήσεις τιμών δεν συνοδεύτηκαν από κάποια αξιοσημείωτη αύξηση του μεριδίου της εργασίας έναντι του κεφαλαίου. Συγκεκριμένα, λένε, στο επίμαχο διάστημα το μερίδιο εργασίας εμφάνισε μικρή ετήσια αύξηση κατά 0.1%, 0.2% και 0.3% στην Πορτογαλία, την Ελλάδα και την Ιρλανδία αντίστοιχα, μικρή ετήσια μείωση κατά 0.1% στην Ιταλία και μεγαλύτερη ετήσια μείωση, κατά 0.9% στην Ισπανία – τόση όση και η Γερμανία.



Πηγή: Gaulier, Taglioni, Vicard, "Tradable sectors in Eurozone periphery, Countries did not undeperform in the 2000's",  in voxeu.org


Οι Gaulier και Vicard έφτιαξαν και το ως άνω διάγραμμα που αναλύει τη συμμετοχή των τιμών και των μισθών στην αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας στις χώρες του ευρώ κατά το διάστημα 1999-2007. Το μπλε χρώμα αποτυπώνει τη συμβολή των τιμών των βιομηχανικών προϊόντων, το μοβ των τιμών των μη εμπορεύσιμων, το πράσινο των μισθών της βιομηχανίας και το πορτοκαλί των μισθών στους κλάδους των μη εμπορεύσιμων. Βγάζει μάτι το ότι το κύριο μέρος της αύξησης του μοναδιαίου κόστους εργασίας του Νότου οφείλεται στη μεγάλη αύξηση των τιμών των μη εμπορεύσιμων σε σχέση με τη Γερμανία.  
Όλα καλά μέχρις εδώ, το κρίσιμο ερώτημα όμως είναι τι πρέπει να καταλάβουμε από όλα αυτά. Αυτό που πρέπει εμείς να καταλάβουμε, λένε οι Gaulier και Vicard, είναι ότι έχουμε δύο βασικά γεγονότα:
• Πρώτο γεγονός: τα ελλείμματα του Νότου προέκυψαν από τη μεγάλη αύξηση των εισαγωγών και μόνο, χωρίς καμιά μείωση εξαγωγών – οι οποίες παρέμειναν ανταγωνιστικές παρά την αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας. 
• Δεύτερο γεγονός: οι μεγάλες αποκλίσεις των τιμών του Νότου σε σχέση με τη Γερμανία εντοπίζονται στους κλάδους των μη εμπορεύσιμων που αφορούσαν την εσωτερική ζήτηση και όχι των προϊόντων της βιομηχανίας που εξάγονταν.
Ο συνδυασμός αυτών των δύο γεγονότων λοιπόν μας λέει ότι η αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας του Νότου ήταν δευτερογενές σύμπτωμα μιας «άλλης κατάστασης» που έχει να κάνει με την εσωτερική ζήτηση και όχι η αιτία κάποιας υποτιθέμενης μείωσης της ανταγωνιστικότητας του Νότου. Και αυτή η «άλλη κατάσταση» ήταν ένα «σοκ εγχώριας ζήτησης» στο Νότο που, συν τοις άλλοις, ανέβασε το μοναδιαίο κόστος εργασίας.  Ένα σοκ εγχώριας ζήτησης έλαβε χώρα στο Νότο στα χρόνια του ευρώ και ήταν αποτέλεσμα της ίδιας της δημιουργίας και λογικής του κοινού νομίσματος η οποία επέφερε – σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό και χωρίς να αποτελεί καθόλου έκπληξη – μια μεγάλη αύξηση των κεφαλαιακών ροών από το Βορρά προς το Νότο μέσω της έκρηξης του τραπεζικού δανεισμού. Η μοναδική έκπληξη – κι αυτό που δε μας λένε – είναι πως κατά τους σχεδιαστές του ευρώ, η αύξηση των κεφαλαιακών ροών θα οδηγούσε σε σύγκλιση των οικονομιών της Ευρωζώνης – γιατί το κεφάλαιο ξέρει να τοποθετείται σωστά προς όφελος όλων μπλα, μπλα, μπλα – να όμως που οδήγησε σε φούσκες…
Η ίδια η δημιουργία του ευρώ συνεπώς λειτούργησε ως ‘ασύμμετρο σοκ’ για τα κράτη του Νότου. Κι αυτό, λένε οι Gaulier και Vicard, πρέπει να αναγνωριστεί από όλες τις ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες αν θέλουμε να χαράξουμε τις σωστές πολιτικές για την αντιμετώπιση της κρίσης του Νότου και να σχεδιάσουμε σωστά το αύριο της Ευρωζώνης. 
 
Συμπέρασμα: ο μύθος ότι οι Γερμανοί δούλευαν και βελτίωναν τις αποδόσεις της οικονομίας τους ενώ οι ανεύθυνοι Νότιοι αύξαναν τους μισθούς τους κι επιδείνωναν την ανταγωνιστικότητά τους είναι όντως μύθος. Η δημιουργία του ευρώ λειτούργησε σαν ασύμμετρο σοκ για τις χώρες του Νότου οδηγώντας τις στα ελλείμματα και την υπερχρέωση. Αν αυτό δεν το αναγνωρίσουμε είναι αδύνατο να ορίσουμε μια σωστή πολιτική αντιμετώπισης της κρίσης. Οι εξαγωγές του Νότου είναι ανταγωνιστικές εφόσον υπάρχει ζήτηση. Κι επειδή το κύριο μέρος τους κατευθύνεται προς τα άλλα κράτη της Ευρωζώνης, η πρώτη πολιτική προτεραιότητα της Ευρωζώνης πρέπει να είναι η αύξηση της ζήτησης στο Βορρά. Αν αυξηθούν οι μισθοί και οι συντάξεις στη Γερμανία, την Ολλανδία, την Αυστρία, ο Νότος θα ανακάμψει. Δευτερευόντως, λένε οι Gaulier και Vicard έχει νόημα για τα κράτη του Νότου να μεταφέρουν κεφάλαια και θέσεις εργασίας από μη παραγωγικούς τομείς σε πιο παραγωγικούς. Αν κι αυτό δεν το διευκρινίζουν, το πιθανότερο είναι ότι αναφέρονται σε μεταφορά θέσεων εργασίας από τους κλάδους των μη εμπορεύσιμων στα εμπορεύσιμα. Σε κάθε περίπτωση όμως, καταλήγουν ότι επείγει η εγκατάλειψη της εσωτερικής υποτίμησης και της επιβολής μεγάλων μειώσεων στους μισθούς του Νότου γιατί συντρίβουν τις κοινωνίες. 

Μπορείτε να βρείτε την αναλυτική μελέτη των Gaulier-Vicard στην ηλεκτρονική βιβλιοθήκη της ΕΚΤ στη διεύθυνση 
(www.ecb.int/home/pdf/research/compnet/Gaulier&Vicard_2012.pdf?f0710f013210740a65a114a38acfce68),
και σε  μια συντομευμένη εκδοχή μαζί με τις πολιτικές της προτάσεις που συνυπογράφει η πρώην οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας και νυν της ΕΚΤ Daria Taglioni στο Vox (http://www.voxeu.org/article/tradable-sectors-eurozone-periphery).
 





Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Η απάτη της αύξησης του μοναδιαίου κόστους εργασίας και γιατί η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης είναι λάθος

Να μια εκδοχή του πίνακα που δείχνει η Μέρκελ στους δημοσιογράφους του Spiegel για να τους πείσει ότι η αιτία της κρίσης του ευρώ είναι η μεγάλη αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας στο Νότο σε σχέση με τη Γερμανία.

Πηγή: Felipe-Kumar, «Do some countries in the Eurozone need an internal devaluation? A reassessment of what unit labour costs really mean”, με βάση στοιχεία ΟΟΣΑ και εκτιμήσεις των συγγραφέων, στο Voxeu.org.




O πίνακας αυτός υποδεικνύει ακριβώς ότι από το 1980 μέχρι το 2007 το μοναδιαίο κόστος εργασίας αυξήθηκε στις χώρες του Νότου πολύ  περισσότερο από ό,τι στη Γερμανία. Στην Ελλάδα 15πλάστηκε, στην Πορτογαλία 10πλασιάστηκε  (ετήσια αύξηση 9.5%),  στην Ιταλία και στην Ισπανία υπερτετραπλασιάστηκε  (ετήσια αύξηση 5.3% και 5.% αντίστοιχα) και στην Ιρλανδία υπερτριπλασιάστηκε (ετήσια αύξηση 3.64%).  Αντίθετα, στη Γερμανία αυξήθηκε πολύ λίγο, μόλις μιάμιση φορά (ετήσια αύξηση 1.21%).
Η συνήθης ερμηνεία για την αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας είναι ότι οφείλεται στο ότι οι μισθοί των εργαζομένων αυξάνονται γρηγορότερα από την αύξηση της παραγωγικότητας. Είναι γεγονός ότι και τα στοιχεία του ΟΟΣΑ για την εξέλιξη των μισθών (ονομαστικές αμοιβές) στις χώρες της ΕΕ των 12 δίνουν την ίδια εικόνα: ότι από το 1980 ως το 2007 οι μισθοί των κρατών του Νότου αυξάνονταν με ταχύτατους ρυθμούς – αλλά πάντως χαμηλότερους από τότε που μπήκαν στο ευρώ από ό,τι στα χρόνια των εθνικών νομισμάτων – ενώ της Γερμανίας ελάχιστα. Η αύξηση της παραγωγικότητας από την άλλη μεριά υπήρξε  μεν χαμηλότερη από την αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας, αλλά ήταν πολύ μεγάλη στην Ιρλανδία, την Ελλάδα και την Πορτογαλία (με  αυτή τη σειρά) και πολύ μικρή στη Γερμανία.
Αν φτιάξουμε τώρα τα διαγράμματα με την εξέλιξη του μοναδιαίου κόστους εργασίας των  κρατών του Νότου συγκριτικά με της Γερμανίας, έχουμε κάτι σαν αυτό που δείχνει η Γερμανίδα καγκελάριος στο Spiegel και είναι περίπου το εξής:


Πηγή: Felipe, Kumar, “Unit Labor Costs in the Eurozone: The Competitiveness Debate Again”, 
WP n. 651, Levy Economics Institute


Προσέξτε εδώ πως oι  γραμμές του μοναδιαίου εργασιακού κόστους όλων των χωρών του Νότου και συγκεκριμένα της Ελλάδας, της Ιταλίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας σε σχέση με της Γερμανίας πάνε κατά τον ουρανό – σε αντίθεση με τις πολύ πιο ισορροπημένες γραμμές π.χ. της Ολλανδίας, της Αυστρίας, του Βελγίου, της Φιλανδίας κλπ.
Έχει δίκιο λοιπόν η Μέρκελ;
Όχι.
Στην ευρωπαϊκή συζήτηση περί ανταγωνιστικότητας υπάρχει μια βαρβάτη επιστημολογική απάτη την οποία έφεραν στο φως το 2011 ο επικεφαλής οικονομολόγος της Asian Development Bank J. Felipe και ο συνάδελφός του U. Kumar, ανοίγοντας έναν ριζοσπαστικό δρόμο στην ερμηνεία της ευρωπαϊκής κρίσης. 
Πού έγκειται η απάτη; Στην κατασκευή του δείκτη μοναδιαίου κόστους εργασίας που είναι προβληματική και παραπλανητική, λένε οι Felipe και Kumar. Αυτός ο δείκτης αφορά επιχειρήσεις ή κλάδους και μπορεί να διευκολύνει συγκρίσεις μεταξύ επιχειρήσεων ή κλάδων. Η μεταφορά του σε επίπεδο ολόκληρων εθνικών οικονομιών και οι ανάλογες  συγκρίσεις χωρίς να αποδίδεται η οφειλόμενη προσοχή στις διαφορές ανάμεσα σε επιχειρήσεις και οικονομίες, αλλά ούτε και στον τρόπο δόμησής του είναι άκριτη και αντιεπιστημονική, τονίζουν οι δύο οικονομολόγοι.

Ας δούμε πώς το εξηγούν. Η μέτρηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας, λένε, συνηθίζεται σε επίπεδο επιχείρησης και μετράει πάντα φυσικά μεγέθη παραγόμενων αγαθών. Για παράδειγμα, υπολογίζουμε το μοναδιαίο κόστος εργασίας για μια επιχείρηση που παράγει μολύβια βάζοντας στον αριθμητή τον ονομαστικό μισθό του εργαζομένου στο εθνικό νόμισμα (Χ ευρώ ανά εργαζόμενο) και στον παρονομαστή την παραγωγικότητα της εργασίας (Ψ μολύβια ανά εργαζόμενο). Έτσι προκύπτει το μοναδιαίο κόστος εργασίας που είναι ένα νούμερο Ζ ευρώ ανά μολύβι.
Για μια επιχείρηση παραγωγής μολυβιών η μέτρηση του  μοναδιαίου εργατικού κόστους, ενδεχομένως και η μείωσή του, έχουν νόημα, γιατί θα της επιτρέψουν να παράγει μολύβια φτηνότερα από τους ανταγωνιστές της. Όμως δεν έχουν νόημα στο επίπεδο μιας ολόκληρης εθνικής οικονομίας.
Οι Felipe και Kumar εξηγούν γιατί.  Σε μια ολόκληρη οικονομία π.χ. της Ελλάδας, οι οικονομολόγοι μπορούν μεν να προσθέσουν όλους τους μισθούς των εργαζομένων και να βάλουν το σύνολό τους στον αριθμητή, όμως αδυνατούν να προσθέσουν τα αγαθά και τις υπηρεσίες που παράγει η οικονομία σε φυσικά μεγέθη για να φτιάξουν τον παρονομαστή. Πώς να προσθέσεις Χ μολύβια+Ψ τόνους ελαιόλαδο+ Ζ τόνους χαλκοσωλήνες+Α διανυκτερεύσεις στο ξενοδοχείο η Ωραία Μύκονος; Δεν γίνεται.
Άρα ο παρονομαστής πρέπει να βγει με άλλο τρόπο. Και βγαίνει από τη συνολική παραγωγικότητα της εργασίας η οποία υπολογίζεται ως ο λόγος της ονομαστικής προστιθέμενης αξίας προς τον αποπληθωριστή των τιμών και όλο αυτό δια του αριθμού των εργαζομένων. Όμως αυτό το μέγεθος, επισημαίνουν οι Felipe και Kumar,  ως συνολικό μέγεθος για μια οικονομία δεν είναι καθόλου συγκρίσιμο με το ίδιο μέγεθος σε επίπεδο μιας επιχείρησης. Στην πραγματικότητα μάλιστα αντιπροσωπεύει το μερίδιο της εργασίας στο παραγόμενο προϊόν (προστιθέμενη αξία), επί τον αποπληθωριστή των τιμών. Τι θα πει αυτό με απλά λόγια; Ότι οι μεταβολές του μοναδιαίου κόστους εργασίας αντανακλούν δυο πράγματα: αφενός την κατανομή του εθνικού εισοδήματος μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας και αφετέρου τον πληθωρισμό. 
Αφού εξηγούν ότι έτσι έχουν τα πράγματα, οι Felipe και Kumar παρέλαβαν τους πίνακες της Μέρκελ, πρόσθεσαν πάνω τους τις μεταβολές του αποπληθωριστή και του μεριδίου της εργασίας και έβγαλαν τα εξής:





Πηγή: Felipe-Kumar, «Do some countries in the Eurozone need an internal devaluation? A reassessment of what unit labour costs really mean”, με βάση στοιχεία ΟΟΣΑ και εκτιμήσεις των συγγραφέων, στο Voxeu.org.




Τι βλέπουμε εδώ; Α χα!…
Ότι η διαβόητη μεγάλη αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας του ευρωπαϊκού Νότου (κόκκινη γραμμή) αντιπροσωπεύει στην πραγματικότητα αύξηση του αποπληθωριστή (πράσινη γραμμή) και όχι του μεριδίου των εργαζομένων (μπλε γραμμή).  Στην πραγματικότητα, κατά την επίμαχη περίοδο το μερίδιο των εργαζομένων έχει μειωθεί  προς όφελος του κεφαλαίου σε 9 χώρες της ΕΕ, μεταξύ των οποίων η Ιταλία και η Ισπανία, έχει παραμείνει σταθερό στην  Πορτογαλία και έχει αυξηθεί μόνο στην  Ελλάδα. Προσοχή, όμως, σημειώνουν οι συγγραφείς: ούτε η εξαίρεση της αύξησης του μεριδίου εργασίας στην Ελλάδα λέει πολλά πράματα διότι η Ελλάδα ξεκίνησε το 1980 από πολύ χαμηλά: από το χαμηλότερο μερίδιο εργασίας όχι απλά στην Ευρώπη των 12 αλλά και στο σύνολο των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, οπότε ήταν εύλογο να κινηθεί ψηλότερα.
Αντίθετα, ο πληθωρισμός των κρατών του Νότου υπήρξε πάντα πολύ υψηλός, ιδίως συγκρινόμενος με τον πολύ χαμηλό πληθωρισμό των κρατών του Βορρά: κι αυτό ισχύει για όλη την περίοδο από το 1980 ως το 2007, τόσο δηλαδή για τα χρόνια των εθνικών νομισμάτων όσο και του ευρώ (αν και για διαφορετικούς λόγους σε κάθε περίοδο).
Όλα αυτά σημαίνουν ότι η μεγάλη αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας στο Νότο δίνει ψευδή εικόνα για την πραγματικότητα των εργασιακών αμοιβών, αφού δεν οφείλεται σε αύξηση του μεριδίου της εργασίας στο παραγόμενο προϊόν αλλά σε αύξηση του αποπληθωριστή.

Ωραία, λοιπόν, συνεχίζουν οι Felipe και Kumar. Είδαμε ότι η μεταφορά του δείκτη μοναδιαίου κόστους εργασίας από τις επιχειρήσεις στις εθνικές οικονομίες, αν γίνει άκριτα και αντιεπιστημονικά, είναι παραπλανητική. Υπάρχει άραγε τρόπος να κάνουμε την ίδια δουλειά με τρόπο κριτικό και επιστημονικό; Σαφώς, απαντούν, κι ο τρόπος αυτός μπορεί να μας αποκαλύψει τη δεύτερη απάτη της ευρωπαϊκής συζήτηση περί ανταγωνιστικότητας, που έγκειται στην απίθανη έμπνευση να επιχειρούνται συγκρίσεις ανάμεσα στην ανταγωνιστικότητα της Γερμανίας και τα κράτη του Νότου. Πρόκειται για μήλα με πορτοκάλια, στο βαθμό που η Γερμανία ανταγωνίζεται εντελώς διαφορετικές χώρες από αυτές που ανταγωνίζεται ο Νότος, ιδίως η Πορτογαλία με την Ελλάδα.
Είναι βασικό να καταλάβουμε ότι συγκρίσεις ανταγωνιστικότητας μεταξύ εθνικών οικονομιών μπορούν να γίνουν μόνο αν οι χώρες έχουν κάποια κομμάτια κοινής παραγωγικής βάσης και κοινών εξαγωγών. Αν μια χώρα εξάγει πορτοκάλια και καλοκαιρινές διακοπές και μια άλλη εξάγει γάλα και αυτοκίνητα, δεν υπάρχει κοινή βάση για συγκρίσεις ανταγωνιστικότητας.
Από τα στοιχεία εξαγωγών του ΟΟΣΑ της περιόδου 2001-2007, οι δύο οικονομολόγοι διαπιστώνουν ότι η  Γερμανία είναι η δεύτερη πιο πολύπλοκη τεχνολογικά οικονομία του κόσμου μετά την Ιαπωνία. Γερμανία και Ιαπωνία, λένε, μαζί με την Ελβετία, τις ΗΠΑ, τη Σουηδία, τη Φιλανδία και την Αγγλία, συναποτελούν μια μικρή ομάδα χωρών οι οποίες αφενός εξάγουν τα πιο πολύπλοκα τεχνολογικά προϊόντα του κόσμου κι αφετέρου έχουν ασυνήθιστη  ισχύ στις αγορές – με την έννοια ότι μπορούν να επηρεάζουν τις τιμές προς όφελός τους. Ας αντιληφθούμε, συνεχίζουν, ότι το 64% των γερμανικών εξαγωγών αφορά προϊόντα υψηλής τεχνολογίας και το 4% χαμηλής. Αντίθετα, το 33.1% των εξαγωγών της Ελλάδας και το 21.7% της Πορτογαλίας αφορούν προϊόντα χαμηλής τεχνολογίας και μόνο το 17% των ελληνικών και το 24% των πορτογαλικών εξαγωγών αφορούν προϊόντα υψηλής τεχνολογίας – αλλά όχι τόσο υψηλής όσο της Γερμανίας. Όλα αυτά σημαίνουν ότι οι χώρες του Νότου δεν ανταγωνίζονται σε καμία περίπτωση τη Γερμανία ώστε να υπάρχει θέμα σύγκρισης μεταβολών στα μοναδιαία κόστη εργασίας τους. 
Οπότε, για να δούμε τι συγκρίσεις ανταγωνιστικότητας έχουν νόημα, συνεχίζουν οι Felipe και Kumar, είναι προτιμότερο να χρησιμοποιήσουμε το δείκτη διεθνούς κατάταξης της τεχνολογικής δομής των εξαγωγών. Χώρες με κοντινές θέσεις σε αυτή την κατάταξη παράγουν προϊόντα περίπου παραπλήσιας τεχνολογικής δομής και ανταγωνίζονται μεταξύ τους, χώρες με πολύ μακρινές θέσεις όχι. Αυτό όμως που βλέπουμε από τη διεθνή κατάταξη των κρατών ανάλογα με την τεχνολογική δομή των εξαγωγών τους, σημειώνουν οι δύο οικονομολόγοι, είναι ότι η Γερμανία φιγουράρει στη 2η θέση παγκοσμίως, η Ιρλανδία στη 12η,  που είναι κοντά στην Ολλανδία και την Τσεχία, η Ιταλία στην 24η, η οποία βρίσκεται κοντά στη Νότια Κορέα και η Ισπανία λίγο παρακάτω  στην 28η,  πλάι στο Μεξικό. Όσο για την Ελλάδα και την Πορτογαλία, αυτές βρίσκονται πολύ χαμηλότερα, στην 52η και 53η θέση, κάτω και από την Κίνα (που το διάστημα 2001-2007 βρισκόταν στην 51η θέση αλλά πλέον έχει αναβαθμιστεί).
Όλα αυτά σημαίνουν ότι δεν υπάρχει κανένα επιστημονικό αντίκρισμα σε συγκρίσεις ανταγωνιστικότητας μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας, σαν κι αυτές που γίνονται κατά κόρον στην Ευρώπη σήμερα. Η Γερμανία ανταγωνίζεται την Ιαπωνία και η Ελλάδα με την Πορτογαλία ανταγωνίζονται την Κίνα.

Συμπέρασμα: Είναι αλήθεια ότι τα κράτη του ευρωπαϊκού Νότου έχουν σοβαρό έλλειμμα ανταγωνιστικότητας, καταλήγουν οι Felipe και Kumar.  Αυτό όμως δεν οφείλεται ούτε στους δήθεν υψηλούς μισθούς των εργαζομένων τους που είναι χαμηλότεροι σε σχέση με του ευρωπαϊκού Βορρά, ούτε στην έλλειψη παραγωγικότητας που για πολλά χρόνια αυξάνονταν πολύ πιο γρήγορα από του Βορρά. Οφείλεται στις αποκλίσεις της παραγωγής και των εξαγωγών ανάμεσα στο Βορρά και το Νότο και δεν έχει να κάνει καθόλου με τιμές. Το πρόβλημα του Νότου είναι ότι «κόλλησε» στην παραγωγή προϊόντων χαμηλής τεχνολογίας τα οποία παράγουν πλέον κι άλλες χώρες, χαμηλότερου μισθολογικού κόστους. Επίσης, οι  χώρες του Νότου έχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους. Η Ιταλία και η Ισπανία είναι σε καλύτερη θέση. Αντίθετα η Πορτογαλία και η Ελλάδα, που βρέθηκαν να ανταγωνίζονται την Κίνα, είναι πιασμένες σε μια τρομερή παγίδα.
Δυστυχώς, αποφαίνονται οι δύο οικονομολόγοι, δεν υπάρχει εύκολη λύση. Το πρώτο που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης, αντί να βοηθά στην αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας του Νότου, του δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα. Η εσωτερική υποτίμηση δεν βοηθά διότι π.χ. η Ελλάδα και η Πορτογαλία ακόμη και με μειώσεις μισθών της τάξης του 30%, δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τους μισθούς της Κίνας με την οποία έχουν κοινές εξαγωγές, αλλά ούτε και τη Γερμανία γιατί τα εξαγωγικά τους προϊόντα δεν συμπίπτουν με τα γερμανικά. Οπότε η εσωτερική υποτίμηση οδηγεί μόνο σε δραματική ύφεση και μεγάλη μείωση του μεριδίου των εργαζομένων στο εθνικό προϊόν.
Μια λύση για τα κράτη του Νότου θα ήταν η έξοδος από το ευρώ και η επιστροφή στα εθνικά νομίσματα, με χάραξη εθνικής βιομηχανικής πολιτικής. Αυτή η λύση όμως προσκρούει σε σοβαρά πολιτικά προβλήματα, αναγνωρίζουν οι δύο οικονομολόγοι. Οπότε ως μόνη πολιτικά εύλογη και εφικτή λύση κρίνεται ο μετασχηματισμός της Ευρωζώνης ώστε να αναλάβει πολύ πιο δραστήριο ρόλο στην οικονομία η δημοσιονομική πολιτική αφού βεβαίως εξεταστούν οι επιπτώσεις αυτή της αλλαγής στο ευρώ κι όλα αυτά σε συνδυασμό με μια σοβαρή τεχνολογική αναβάθμιση της παραγωγής των χωρών του Νότου σε προϊόντα υψηλής τεχνολογίας που δεν θα ανταγωνίζονται τις κινέζικες εξαγωγές. Είναι δύσκολο να γίνει κάτι τέτοιο, θα πάρει πολλά χρόνια, εκτιμούν, οι συντάκτες της μελέτης, αλλά δεν υπάρχει άλλη λύση.

(Η μελέτη των Felipe-Kumar υπάρχει σε μια σύντομη εκδοχή στο σάιτ ευρωπαϊκής πολιτικής του Κέντρου Έρευνας Οικονομικής Πολιτικής Vox (http://www.voxeu.org/article/internal-devaluations-eurozone-mismeasured-and-misguided-argument) και στην εκτεταμένη της εκδοχή στο Levy Institute (http://www.levyinstitute.org/pubs/wp_651.pdf).







Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Πώς το Βερολίνο διέστρεψε τη θεωρία της χαμένης ανταγωνιστικότητας του Νότου


Η έμπνευση των συμβούλων της γερμανικής καγκελαρίας για επιστροφή στα λόγια του Στρος Καν σύμφωνα με τον οποίο το πρόβλημα του Νότου ήταν ότι είχε χάσει την ανταγωνιστικότητά του επειδή είχε αυξήσει πολύ τους μισθούς σε σχέση με τη Γερμανία είναι πιθανό ότι είχε τις ρίζες της σε κάποια στοιχεία μιας οικονομικής θεωρίας για την κρίση του ευρώ που κυριάρχησε προς τα τέλη του 2010. Η θεωρία αυτή διατυπώθηκε κατά τις βασικές της γραμμές το καλοκαίρι του 2010 από τον επικεφαλής οικονομικό αναλυτή των Financial Times, τον οξυδερκή Μάρτιν Γουλφ, και στις αρχές του 2011 είχε κερδίσει τη συναίνεση της πλειοψηφίας των Ευρωπαίων οικονομολόγων. Η εν λόγω θεωρία, που είναι γνωστή και κυρίαρχη στην Ελλάδα, έχει ως λέξεις-κλειδιά τις «ανισορροπίες (Βορρά-Νότου) της Ευρωζώνης» και τη «χαμένη ανταγωνιστικότητα του Νότου». Αυτό που σε γενικές γραμμές λέει είναι πως τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης μπήκαν στο ευρώ με μια σχετική ισορροπία μεταξύ τους – είχαν δηλαδή μικρά εξωτερικά πλεονάσματα ή μικρά εξωτερικά ελλείμματα που δεν δημιουργούσαν πρόβλημα –, σταδιακά όμως αυτή η ισορροπία διασαλεύτηκε, με τα κράτη του Νότου να αποκτούν μεγάλα εξωτερικά ελλείμματα, του Βορρά να αποκτούν μεγάλα πλεονάσματα και τις ανισορροπίες να καθιστούν την Ευρωζώνη ευάλωτη στην κρίση.

Μέχρις εδώ καλά: οι ανισορροπίες Βορρά-Νότου είναι πραγματικές κι όλα αυτά αποτελούν μια ορθή περιγραφή της θέσης των κρατών του ευρώ που προκύπτει από τα εξωτερικά τους ισοζύγια. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς προέκυψαν οι ανισορροπίες: εδώ εντοπίζονται οι μεγάλες διαφωνίες. Η θεωρία της χαμένης ανταγωνιστικότητας του Νότου λέει ότι οι ανισορροπίες προέκυψαν επειδή με το ευρώ τα προϊόντα και οι υπηρεσίες του ευρωπαϊκού Νότου έγιναν «ακριβά» στο εξωτερικό και δεν βρίσκονταν αρκετοί πρόθυμοι αγοραστές. Έτσι τα κράτη του Νότου βρέθηκαν να εισάγουν προϊόντα και υπηρεσίες πιο μεγάλης συνολικά αξίας από αυτά που εξήγαγαν, να υποχρεώνονται να δανείζονται από τις τράπεζες του Βορρά προκειμένου να καλύπτουν τα εξωτερικά ελλείμματα που προέκυπταν από τη διαφορά εισαγωγών-εξαγωγών και να συσσωρεύσουν μεγάλο εξωτερικό χρέος. Ε, έσκασε η κρίση στην Αμερική, πέρασε στην Ευρώπη, βγήκε ο ΓΑΠ στις αγορές κι άρχισε τα περί Τιτανικών, κλονίστηκε η εμπιστοσύνη και οι τράπεζες του Βορρά δεν ήθελαν να δανείζουν πια το Νότο… 
Όσοι δέχονται ότι όλα αυτά ισχύουν, λένε ότι η κρίση θα ξεπεραστεί όταν ο Νότος ξανακερδίσει τη χαμένη του ανταγωνιστικότητα: για να το πετύχει πρέπει να ρίξει τις τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών του, να κάνει δηλαδή υποτίμηση, ώστε αυτά να γίνουν ξανά ελκυστικά στους πελάτες του εξωτερικού, να μηδενίσει τα ελλείμματά του και να επιστρέψει ξανά στις αγορές.

Αυτές είναι οι βασικές γραμμές της θεωρίας περί ανισορροπιών στην Ευρωζώνη και χαμένης ανταγωνιστικότητας του Νότου. Προσοχή όμως: ας δούμε την τεράστια απόσταση ανάμεσα σε αυτή τη θεωρία – με τις όποιες αδυναμίες της – και τις διακηρύξεις περί ανόδου των μισθών του Νότου της Αγγέλα Μέρκελ. Η οικονομική θεωρία απέδιδε τη χαμένη ανταγωνιστικότητα του Νότου στην ακρίβεια, ή σε επιστημονικούς όρους ειπωμένο στην αύξηση της «πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας του Νότου» – ουσιαστικά δηλαδή στην καλπάζουσα αύξηση του επίπεδου τιμών και μισθών του Νότου σε σχέση με το Βορρά και κάθε άλλο παρά υποστήριζε ότι αιτία της είναι η αύξηση των μισθών – θα μπορούσε να είναι η αύξηση των μισθών, των κερδών, του κόστους κεφαλαίου αλλά και οτιδήποτε άλλο. Κι αυτή δεν ήταν καμιά «αιρετική» ανάλυση: ήταν η θεωρία που υποστηρίζονταν από το 2011 μέχρι και σήμερα από τους περισσότερους Ευρωπαίους οικονομολόγους, μεταξύ αυτών και το απόλυτο γερμανικό νεοφιλελεύθερο ‘γεράκι’ Χανς Βέρνερ Ζιν. (Η μόνη – αλλά ύψιστης σημασίας για τους πολιτικούς που έστησαν  το ευρώ και λαμβάνουν τις αποφάσεις παραμονής ή αποχώρησης από αυτό  – διχογνωμία μεταξύ των οικονομολόγων από τότε μέχρι και σήμερα αφορούσε στο αν η αναγκαία υποτίμηση μπορούσε να επιτευχθεί με εσωτερική υποτίμηση και παραμονή στο ευρώ ή αν απαιτούνταν η επιστροφή στα εθνικά νομίσματα, ιδίως για την Ελλάδα).

Αντίθετα, η γερμανική καγκελαρία, αποδίδοντας την απώλεια ανταγωνιστικότητας του Νότου στη άνοδο του μοναδιαίου κόστους εργασίας, περιέγραψε αξιωματικά ως αιτία του προβλήματος κάποιες υποτιθέμενες τρελές αυξήσεις των μισθών των εργαζομένων που ως εκ τούτου πρέπει να μειωθούν. Η πολιτική βούληση προϋπήρξε εδώ της ερμηνείας του προβλήματος και τα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης ήταν προαποφασισμένα. Έχουμε μια  πολιτική επιλογή επιβολής του μεγαλύτερου μέρους του κόστους της κρίσης της Ευρωζώνης στους εργαζόμενους του Νότου κατά τρόπο που αποσιωπά τις ευθύνες όλων των άλλων εμπλεκομένων μερών – π.χ. ΕΚΤ – και που κρατά στο απυρόβλητο το χρηματοπιστωτικό και άλλα μεγάλα εθνικά κεφάλαια. Όχι ότι αυτό ξαφνιάζει, αλλά το αστείο της υπόθεσης είναι ότι όλα αυτά έχουν προβληθεί και προβάλλονται ακόμη από τα γερμανικά – και πολλά ελληνικά – ΜΜΕ ως να βασίζονται στην οικονομική επιστήμη ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν μια επιτήδεια στρέβλωση της… 


Μια 20ετής γερμανική στρατηγική κεφαλαιακής συσσώρευσης
που πλέον οδηγεί στη φτωχοποίηση του ευρωπαϊκού Νότου


Το επιχείρημα «ο Νότος φταίει για την κρίση επειδή αύξησε τους μισθούς των εργαζομένων» είναι η επικοινωνιακή βάση του γερμανικού «παιδαγωγικού ηγεμονισμού» δια του οποίου η Γερμανία ανάγει εαυτή σε πρότυπο για τη Ευρωζώνη. Είναι γνωστό ότι από τη δεκαετία του 1990 οι γερμανικές κυβερνήσεις είχαν ακολουθήσει πολιτικές μείωσης του κοινωνικού κράτους και συμπίεσης των γερμανικών μισθών ενισχύοντας σταθερά το γερμανικό κεφάλαιο σε βάρος της εργασίας. Κατά τη δεκαετία του 1990 αυτό στόχευε στη χρηματοδότηση της ενοποίησης των δύο Γερμανιών κατά τρόπο που επέφερε την ενίσχυση των παλαιών δυτικογερμανικών επιχειρήσεων οι οποίες απορρόφησαν ό,τι αξιόλογο υπήρχε στην Ανατολή. Κατά τη δεκαετία του 2000 στόχευε στη στήριξη του γερμανικού κεφαλαίου που είχε πληγεί από τη φούσκα ακινήτων της ανατολικής Γερμανίας και των μετοχών τεχνολογίας της Αμερικής στην οποία είχε επενδύσει. Η ουσία όμως είναι ότι από το 1990 μέχρι και σήμερα, η πολιτική ενίσχυσης του γερμανικού κεφαλαίου σε βάρος της εργασίας που εφάρμοζαν αδιακρίτως οι Γερμανοί Χριστιανοδημοκράτες και Σοσιαλδημοκράτες, οδήγησε σε μια μεγάλη κεφαλαιακή συσσώρευση. Η κεφαλαιακή αυτή συσσώρευση επέτρεψε την επέκταση των γερμανικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό, με μεγάλες εξαγορές στην Ελβετία, την Ανατολική Ευρώπη, τα Βαλκάνια, εσχάτως στην Κίνα και τη Λατινική Αμερική, και εν τέλει τη μετατροπή του γερμανικού κεφαλαίου σε πολυεθνικό. 

Τον τελευταίο χρόνο έχει αναγνωριστεί ευρύτατα ότι οι γερμανικές θεωρίες αποτελούν φύλο συκής με στόχο την συγκάλυψη του γερμανικού ηγεμονισμού. Οι ίδιοι οικονομολόγοι που το 2010 διαπίστωναν την «ακρίβεια» και την ανάγκη υποτίμησης στον ευρωπαϊκό Νότο έχουν κατ’ επανάληψη στηλιτεύσει τις γερμανικές θεωρίες. Η Γερμανία, έχουν τονίσει, δεν μπορεί να ζητά από το Νότο να ακολουθήσει το επιτυχημένο παράδειγμά της ανεξαρτήτως οικονομικού πλαισίου. Η επιτυχία της Γερμανίας, που από την ύφεση των αρχών της δεκαετίας του 2000 πέρασε το 2012 σε ανάπτυξη με μείωση της ανεργίας, οφείλονταν στο ευνοϊκό περιβάλλον της περιόδου όπου έλαβε χώρα η συμπίεση των γερμανικών μισθών. Το Βερολίνο οφείλει ό,τι πέτυχε στην υψηλή ανάπτυξη όλων των εταίρων του κατά τη δεκαετία του 2000 και στα χαμηλά επιτόκια της ΕΚΤ. Αντιθέτως η εφαρμογή δρακόντειας λιτότητας, η μείωση των μισθών σε πολλά κράτη ταυτόχρονα και τα υψηλά επιτόκια που πληρώνει όλος ο Νότος, από τα κράτη ως τις επιχειρήσεις, τού απαγορεύουν να ανακάμψει, ιδίως μάλιστα επειδή ο Βορράς αρνείται να αυξήσει τους δικούς του μισθούς και τη δική του ζήτηση. Δυστυχώς, η Γερμανία οδηγεί το Νότο σε φτωχοποίηση και οικονομικό μαρασμό. Ορισμένοι θέτουν και ζητήματα δημοκρατίας: η Γερμανία έκανε ό,τι έκανε με δική της επιθυμία ενώ η εσωτερική υποτίμηση επιβάλλεται σήμερα στο Νότο με διακρατικούς εκβιασμούς ασύμβατους προς τις αρχές που στήριξαν το ευρωπαϊκό όραμα. Τι Ευρώπη είναι αυτή;

Η Γερμανία όμως παριστάνει ότι δεν καταλαβαίνει κι επιμένει στους κατά Spiegel «πίνακες της Μέρκελ» οι οποίοι έχουν αποδειχτεί ένα ακαταμάχητο επικοινωνιακό εργαλείο στο εσωτερικό της. Τα δήθεν αντικειμενικά γραφήματα πείθουν εύκολα – ακόμη και τον σχετικά ενημερωμένο οικονομικά Γερμανό – για τις ευθύνες του σπάταλου Νότου για την κρίση. Με την πλειοψηφία της γερμανικής κοινωνίας στο πλευρό της και τη νίκη της στις εκλογές του φθινοπώρου του 2013 να διαγράφεται ως σχεδόν βέβαιη, η Αγγέλα Μέρκελ μπορεί να εκβιάζει αποτελεσματικά τις πολιτικές ηγεσίες του Νότου. Ο τρέχων γερμανικός εκβιασμός μετατρέπει μια μακρόχρονη εθνική επιλογή του Βερολίνου για την επέκταση του γερμανικού κεφαλαίου σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο σε πρωτοφανή ευρωπαϊκή πολιτική εγκληματικής λιτότητας εν μέσω ύφεσης που οδηγεί στη φτωχοποίηση του ευρωπαϊκού Νότου. Τα μεγάλα θύματα είναι οι άνεργοι και οι εργαζόμενοι του Νότου. Οι αντιστάσεις του ιταλικού και ισπανικού κεφαλαίου στην υπαγωγή της χώρας τους σε ευρωπαϊκά προγράμματα και η ήδη συντελεσθείσα καταστροφή πολλών μικρών και μεσαίων ελληνικών επιχειρήσεων υποδεικνύουν όμως πως η ευρωγερμανική πολιτική είναι καταστροφική και για ένα μέρος του κεφαλαίου του Νότου – για το πιο αδύναμο τμήμα του. Κι αυτό, ό,τι κι αν δηλώνει η αξιωματική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ, από τη στιγμή που απέκτησε φιλοδοξίες διακυβέρνησης, την αφορά. Γιατί οι πολλές θέσεις εργασίας παράγονται από τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και κοινωνίες χωρίς θέσεις εργασίας, δεν έχουν ούτε μισθούς, ούτε δημόσια έσοδα.














Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

Ο «παιδαγωγικός ηγεμονισμός» της Γερμανίας και οι πίνακες της Μέρκελ

Από την «παραβίαση των συνθηκών» εκ μέρους της Ελλάδας,
στις «αστόχαστες τράπεζες» της Ισπανίας και της Ιρλανδίας
και στην «άνοδο του κόστους εργασίας» του Νότου

  

Στις 12 Δεκεμβρίου 2012, εν όψει της ευρωπαϊκής συνόδου κορυφής που θα ενέκρινε την αποδέσμευση της ελληνικής δόσης, το γερμανικό περιοδικό Spiegel δημοσίευσε ένα άρθρο που έμοιαζε με απολογία της Αγγέλα Μέρκελ προς το γερμανικό λαό για την απόφασή της να συνεχίσει τη χρηματοδότηση της Ελλάδας (δείτε το στο http://www.spiegel.de/international/europe/analysis-of-chancellor-merkel-euro-crisis-approach-a-872195.html).

Το άρθρο αποτελούσε παράλληλα χαρακτηριστικό δείγμα της επικοινωνιακής στρατηγικής της γερμανικής καγκελαρίας προς εσωτερική κατανάλωση. Πέρα από την ενοχλητική επιστροφή του σε κάποια παιδαριώδη μοτίβα γελοιοποίησης των Ελλήνων αλλά και του πρωθυπουργού τους, Αντ. Σαμαρά, οι συντάκτες του Spiegel περιέγραφαν την στρατηγική Μέρκελ για την Ευρωζώνη ως «παιδαγωγικό ηγεμονισμό»: αυτό, εξηγούσαν, σημαίνει πως η καγκελάριος «μεταχειρίζεται τις υπερχρεωμένες χώρες της Ευρωζώνης σαν απείθαρχα παιδιά που πρέπει να έλθουν στα λογικά τους για να μην παρασύρουν τη Γερμανία μαζί τους στο χείλος της αβύσσου». Στη συνέχεια υποστήριζαν ότι η Γερμανίδα καγκελάριος είναι η σωστή ηγέτιδα για να βγάλει την Ευρώπη από την κρίση επειδή είναι «ψύχραιμη πολιτικός» και «ανελέητα αντικειμενική γυναίκα» καθώς βλέπει την Ευρώπη όχι σαν θέμα «καρδιάς» αλλά «ευημερίας, ευρώ και σεντς». Και για να δικαιολογήσουν το χαρακτηρισμό τους παρέπεμπαν στο ενδιαφέρον της Αγγέλα Μέρκελ για τους οικονομικούς δείκτες:
«Όταν ερωτάται (σ.σ. η Γερμανίδα καγκελάριος) για τα αίτια της κρίσης του ευρώ, αρέσκεται να απαντά με μια μικρή διάλεξη οικονομικών. ‘Πού είναι οι αγαπημένοι μου πίνακες’, ρώτησε το καλοκαίρι κατά τη διάρκεια μιας πτήσης. Κατόπιν έβγαλε κάποια χαρτιά που στη μία πλευρά έδειχναν την εκτόξευση του εργασιακού κόστους στον ευρωπαϊκό Νότο και από την άλλη τα χαμηλά επιτόκια που επέτρεψαν σε χώρες όπως η Ελλάδα, μετά την εισαγωγή του ευρώ, να εισέλθουν σε ένα δρόμο αχαλίνωτου χρέους».

Η άποψη αυτή, ότι δηλαδή για την κρίση του Νότου φταίνε κάποιες τρελές αυξήσεις των μισθών των εργαζομένων του Νότου αποτελεί ακόμη και σήμερα την επίσημη θέση της Γερμανίας και τη διακηρυγμένη βάση της καταστροφικής ευρωγερμανικής πολιτικής που υφίσταται η Ελλάδα. Είναι πολύ αμφίβολο όμως ότι η θέση αυτή ήταν και είναι ειλικρινής και όχι προϊόν μιας στρατηγικής  επικοινωνίας  που αποσκοπεί να δικαιολογήσει μέσα κι έξω από τη Γερμανία την άρνηση του Βερολίνου για άμεση λύση της κρίσης η οποία θα μπορούσε να δοθεί μέσα από την υιοθέτηση προτάσεων όπως η μετατροπή της ΕΚΤ σε πραγματική κεντρική τράπεζα των κρατών του ευρώ, η δημιουργία κοινού ευρωοομολόγου, η δημιουργία μιας πραγματικής ευρωπαϊκής τραπεζικής ένωσης κλπ 

Για του λόγου το αληθές, ας θυμηθούμε ότι δεν ήταν αυτή εξαρχής η θέση της Γερμανίας για τα αίτια της κρίσης. Αντιθέτως μάλιστα, από το 2010 μέχρι σήμερα το Βερολίνο άλλαξε τρεις φορές τη θέση του, κατασκευάζοντας ενόχους για να τους περάσει το βάρος – άρα το κόστος της κρίσης – και να απαλλάξει:
• Τον εαυτό του που πρώτο είχε παραβιάσει ατιμώρητα τους ευρωπαϊκούς κανόνες του ελλείμματος το 2003 και τις γερμανικές τράπεζες οι οποίες – όπως σωστά είχε πει παλαιότερα ο πρώην Ιταλός πρωθυπουργός Σ. Μπερλουσκόνι – υπήρξαν από τους πρωτεργάτες της ανόδου των σπρεντ του Νότου προχωρώντας σε μαζικό ξεπούλημα των κρατικών ομολόγων του.
• Την ΕΚΤ που έχει την κύρια ευθύνη για τη φούσκα του Νότου όχι μόνο επειδή το διάστημα που ο Νότος είχε δυναμική ανάπτυξη κρατούσε τα επιτόκιά της χαμηλά προκειμένου να βοηθήσει τη Γερμανία η οποία πάλευε με την ύφεση αλλά και επειδή μέχρι το 2008 δεν κατέγραφε καν τα ελλείμματα του Νότου.
• Την αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης – με τα πολλά ακανθώδη ζητήματά της.

Πρώτη γερμανική μομφή:
Φταίει η Ελλάδα που παραβίασε τους κανόνες


Ας πάμε λίγο πίσω στο χρόνο ξεκινώντας από τους πρώτους θαυμαστούς μήνες του 2010, όταν άρχιζε η άνοδος των ελληνικών σπρεντ κι ο Γιώργος Παπανδρέου με τον Υπουργό επί των Οικονομικών του Γ. Παπακωνσταντίνου περιφέρονταν ανά την Ευρώπη διασύροντας την χώρα τους ως «διεφθαρμένη» ή ψελλίζοντας κατηγορίες κατά «των ξένων κερδοσκόπων που είχαν βάλει στο μάτι το ευρώ». Τους πρώτους υπαινιγμούς της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας για ευρωπαϊκή στήριξη, η Αγγέλα Μέρκελ τους είχε αντιμετωπίσει με παγερή σιωπή.  Αργότερα διαβεβαίωνε ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν χρειάζεται καμία βοήθεια. Αλλά όταν έφτανε ο κόμπος στο χτένι, αρνήθηκε τη δράση εκμεταλλευόμενη την ευκαιρία που της είχαν προσφέρει οι Παπανδρέου-Παπακωνσταντίνου με το διεθνή διασυρμό της Ελλάδας στον οποίο προέβησαν. Δεν κάνουμε τίποτα καθώς για ό,τι συμβαίνει, «φταίνε οι ελληνικές κυβερνήσεις που έχουν παραβιάσει τους ευρωπαϊκούς κανόνες και το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης». Στο τέλος η γερμανική καγκελαρία ενέκρινε μεν τη λεγόμενη  ελληνική διάσωση αλλά με τιμωρητικά επιτόκια για τους Έλληνες «που έφταιγαν» ώστε «να βάλουν μυαλό», ενάντια στις συστάσεις των οικονομολόγων οι οποίοι επισήμαιναν ότι με εκδικητικές λογικές το ελληνικό πρόγραμμα απλά δεν θα βγει. Εκείνο τον καιρό – άνοιξη και καλοκαίρι του 2010 – μόνον ο γενικός διευθυντής του ΔΝΤ Ντομινίκ Στρος Καν υποστήριζε ότι το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι το χρέος αλλά η ανταγωνιστικότητα, όμως το Βερολίνο είχε αγνοήσει τις συστάσεις του.  

Επόμενο κομβικό σημείο ήταν τον Οκτώβριο του 2010, όταν Μέρκελ και Σαρκοζί συναντήθηκαν στη γαλλική πόλη Ντοβίλ και ανακοίνωσαν το ενδεχόμενο επιβολής «κουρέματος», δηλαδή ζημιών, στους ιδιώτες – τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία και φυσικά πρόσωπα – που κατείχαν ομολόγα κρατών των οποίων το χρέος τους είχε περάσει στο κόκκινο. Στην ουσία  «φωτογράφιζαν» έτσι τα ομόλογα της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας. Την επόμενη μέρα οι τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία του Βορρά άρχισαν να ξεπουλάνε μαζικά τα ιρλανδικά, τα πορτογαλικά και τα ελληνικά ομόλογα. Σε ελάχιστες εβδομάδες «έπεσαν» κι η Ιρλανδία με την Πορτογαλία και η Ελλάδα καταδικάστηκε οριστικά. Η πτώση και των τριών μικρών του Νότου οδηγούσε όμως σε ενίσχυση της απειλής για την Ισπανία και την Ιταλία. Η κρίση έμπαινε τώρα στη πιο δύσκολη φάση της.
Γαλλία, ΗΠΑ και Καναδάς άρχισαν να πιέζουν για διάφορες «δυσάρεστες» για τη Γερμανία λύσεις: αν όχι ευρωομόλογο, να δοθεί τουλάχιστον τραπεζική άδεια στον ευρωπαϊκό μηχανισμό να μπορεί να δανείζεται απεριόριστα από την ΕΚΤ ώστε να σώσει την Ιταλία και την Ισπανία αν παραστεί ανάγκη. Όμως το Βερολίνο στο μεταξύ ανακάλυπτε ότι η κρίση ήταν ιδιαίτερα επωφελής γι’ αυτό διότι οδηγούσε σε μεταφορά επενδυτών και καταθέσεων από το Νότο προς το Βορρά με διπλό κέρδος για τη Γερμανία. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια μπορούσε να ανακυκλώνει το υψηλό δημόσιο χρέος της με μηδενικό κόστος ενώ οι καταθέσεις του Νότου γέμιζαν τα σεντούκια των γερμανικών τραπεζών-ζόμπι που είχαν πληγεί από την κρίση των αμερικάνικων στεγαστικών δανείων. Δεν είχε κανένα λόγο να αλλάξει τη στάση της. Αλλά έπρεπε κάπως να τη δικαιολογήσει.

Δεύτερη γερμανική μομφή:
Φταίνε οι αστόχαστες ιρλανδικές και ισπανικές τράπεζες


 Το επιχείρημα της «παραβίασης των ευρωπαϊκών κανόνων» δεν έστεκε πλέον. Για ένα διάστημα η γερμανική καγκελαρία προσπάθησε να υποστηρίξει ότι η Ιρλανδία και η Ισπανία φταίγανε για την άστοχη πολιτική των τραπεζών τους. Γρήγορα όμως εγκατέλειψε αυτό το επιχείρημα γιατί εξίσου μεγάλες αστοχίες με τις ιρλανδικές και ισπανικές τράπεζες είχαν διαπράξει κι οι γερμανικές. Συν τοις άλλοις, όλος ο οικονομικά ενημερωμένος κόσμος της Ευρώπης γνώριζε ότι οι γερμανικές τράπεζες ήταν γεμάτες αμερικάνικα, ιρλανδικά και άλλα ευρωπαϊκά τοξικά χρέη και ότι είχαν διασωθεί μόνο και μόνο επειδή η ΕΚΤ είχε επιβάλει στη δόλια Ιρλανδία να αναλάβει τα χρέη των τραπεζών της. Ίσως να βοήθησε κι ένα βίντεο που εμφανίζει έναν Ιρλανδό δημοσιογράφο να ρωτά μέλος της ιρλανδικής τρόικας γιατί η χώρα του ανέλαβε το κόστος της διάσωσής των τραπεζών της αφού από αυτό επωφελήθηκαν κυρίως οι γερμανικές τράπεζες και το μέλος της τρόικας να παραμένει άφωνο μη μπορώντας να απαντήσει. Το βίντεο αυτό είχε κυκλοφορήσει τότε σε όλο το ευρωπαϊκό διαδίκτυο κι είχε κάνει θραύση. Εν πάση περιπτώσει ήταν σαφές ότι η Γερμανία δεν μπορούσε να πολυμιλάει για τράπεζες…
 
Τρίτη γερμανική μομφή:
Φταίει η τρελή αύξηση των μισθών του Νότου


Κι εκεί που η γερμανική καγκελαρία έψαχνε κάτι νέο να πει, κάποιοι επικοινωνιακοί σύμβουλοι της Μέρκελ ανέσυραν από τη λήθη τα λόγια του Στρος-Καν: το πρόβλημα του Νότου ήταν ότι είχε χάσει την ανταγωνιστικότητά του επειδή είχε αυξήσει πολύ τους μισθούς σε σχέση με τη Γερμανία.

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Τα πραγματικά αίτια της κρίσης του ευρωπαϊκού Νότου



 Μια σειρά από συστηματικές ακαδημαϊκές μελέτες καταρρίπτουν τις κυρίαρχες θεωρίες για τις ανισορροπίες στην Ευρωζώνη. Υπεύθυνη για την χαμένη ανταγωνιστικότητα και την υπερχρέωση του ευρωπαϊκού Νότου αναδεικνύεται όχι η άνοδος του μοναδιαίου εργασιακού κόστους όπως θέλει η γερμανική αφήγηση, επί της οποίας στηρίζονται τα προγράμματα που εφαρμόζουμε,  αλλά:
α) τα σφάλματα της νεοκλασικής θεωρίας του ευρώ η οποία, αντί να οδηγήσει στη σύγκλιση των οικονομιών Βορρά-Νότου, οδήγησε σε έκρηξη του ιδιωτικού δανεισμού και  φούσκες στεγαστικών δανείων και ακινήτων στο Νότο,
β) το πολύ σκληρό ευρώ,
γ) μια τριγωνική σχέση αποστράγγισης χρήματος και πλούτου από το Νότο προς την Κίνα και τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες κι από εκεί στον ευρωπαϊκό Βορρά λόγω της  παγκοσμιοποίησης, την οποία οι σχεδιαστές του ευρώ – προφανώς – δεν είχαν περιλάβει  στο μοντέλο του ενιαίου νομίσματος.   
 

Μετά από κάποια χρόνια οι ιστορικοί θα περιγράψουν την κρίση της Ευρωζώνης ως μια σκοτεινή περίοδο της ευρωπαϊκής ιστορίας και θα αποδώσουν το κύριο μέρος της ευθύνης  στους εμπνευστές του κοινού νομίσματος που αντί να ενώσει, όπως υποσχόταν, χώρισε τα ευρωπαϊκά κράτη σε αντιμαχόμενες χώρες-πιστωτές και χώρες-δανειολήπτες. Δεν ξέρουμε αν θα υπάρχει τότε Ευρωζώνη και με ποια μέλη, δεν ξέρουμε καν τι θα απογίνει με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επί του παρόντος όμως, για την Ευρωζώνη δεν γράφουν ακόμη οι ιστορικοί, αλλά οι οικονομολόγοι.

Μάρτιν Γουλφ, Βόλφγκανγκ Μίνχαου, Μοχάμεντ Ελ Αριάν, Πολ ντε Γκράου, Μάρκους Μίλερ, Ρόμπερ Σκιντέλσκι, Πολ Κρούγκμαν, Τζορτζ Σόρος, Γιάνης Βαρουφάκης και πόσοι άλλοι ακόμη…  – δεκάδες είναι οι οικονομολόγοι και αναλυτές που άσκησαν και ασκούν κριτική σε όσα γίνονται εδώ και τρία χρόνια στην Ευρώπη. Όλοι τους έχουν επισημάνει τα αλλεπάλληλα λάθη και τις αντιφάσεις του ελληνικού προγράμματος προσαρμογής και έχουν τονίσει ότι η δρακόντεια λιτότητα, η οποία συνοδεύτηκε με τιμωρητικά επιτόκια αλλά όχι και το απαραίτητο κούρεμα του ελληνικού χρέους από την αρχή, είχε ως αποτέλεσμα το ελληνικό πρόγραμμα να μην έχει πιθανότητες επιτυχίας. Όλοι τους έχουν υποδείξει πως η γερμανική θέση ότι το Βερολίνο είναι πρότυπο για όλα τα κράτη του ευρώ, εκείνο που τα κάνει όλα σωστά, ενώ οι χώρες του Νότου τα κάνουν όλα λάθος, άρα οφείλουν να σηκώσουν μόνες τους το βάρος της κρίσης, είναι απόρροια ενός γερμανικού ηγεμονισμού και δεν υπακούει σε καμιά οικονομική λογική. Οι περισσότεροί τους έχουν τονίσει ότι για κάθε δάνειο που ‘σκάει’ υπάρχει συνευθύνη δανειζόμενου-δανειστή, άρα το κόστος της διαγραφής του προβληματικού ελληνικού, πορτογαλικού, ισπανικού κλπ. χρέους θα έπρεπε να έχει μοιραστεί εξαρχής μεταξύ των κρατών αυτών και των γερμανικών και γαλλικών τραπεζών που είχαν τα ομόλογά τους και όχι να έχει αναληφθεί εξολοκλήρου από τους λαούς του Νότου. Όλοι τους έχουν πει ξανά και ξανά ότι η εφαρμογή δρακόντειας λιτότητας σε πολλά κράτη του Νότου ταυτόχρονα, παράγει μόνο ύφεση και φτωχοποίηση, καθώς, ακόμη κι αν τα κράτη βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα τους, δεν κερδίζουν τίποτα επειδή δεν υπάρχει ευρωπαϊκή ζήτηση για τα προϊόντά τους. Όλοι τους έχουν επισημάνει ότι η στρατηγική της ύφεσης που επιβλήθηκε σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό Νότο με αποτέλεσμα τη φτωχοποίηση των λαών και τη φυγή ανθρώπων και επιχειρήσεων οδηγεί σε μια χαμένη 10ετία με πιθανή συνέπεια είτε τη μετατροπή των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου σε φτωχή υπανάπτυκτη περιφέρεια του ευρωπαϊκού Βορρά, είτε την εξέγερση των κοινωνιών ενάντια στην Ευρώπη, και πιθανώς τη διάρρηξη της Ευρωζώνης με καταστροφικά  αποτελέσματα για όλους. Όλοι τους, τέλος, έχουν δείξει πως η Ευρωζώνη δεν έχει καν στρατηγική εξόδου από την ύφεση.

Ξεχάστε όλα όσα πιστεύατε
για την απώλεια ανταγωνιστικότητας του Νότου

Όλα αυτά είναι γνωστά στην Ελλάδα, ιδίως σε όσους παρακολουθούν το διαδίκτυο. Υπάρχει όμως μια σειρά από μελέτες, απολύτως κρίσιμης σημασίας για τη χώρα μας, που παραμένουν άγνωστες κι αδημοσίευτες. Οι μελέτες αυτές αποτελούν τον καρπό συστηματικής εργασίας αρκετών οικονομολόγων – που ξεκινούν από επικεφαλής οικονομολόγους μεγάλων τραπεζών της Ασίας, στελέχη της Τράπεζας της Γαλλίας και της ΕΚΤ και φτάνουν έως ερευνητές του ΔΝΤ. Οι φιλότιμοι αυτοί οικονομολόγοι κινητοποιήθηκαν από το εξόφθαλμο της προβληματικότητας της ευρωγερμανικής πολιτικής και τις συντριπτικές της επιπτώσεις της στις κοινωνίες του ευρωπαϊκού Νότου, ανέλαβαν εστιασμένες έρευνες με νούμερα, οικονομετρικά μοντέλα και εκλεπτυσμένα εργαλεία, και κατέθεσαν άριστα στοιχειοθετημένες προσεγγίσεις.

Αφετηρία τους στάθηκε ο έλεγχος της βασικής υπόθεσης επί της οποίας η γερμανική πολιτική στήριξε και στηρίζει ακόμη τις οικονομικές συνταγές που χορηγεί στο Νότο  – αυτό που η ίδια η Αγγέλα Μέρκελ διατυμπανίζει ακόμη δεξιά-αριστερά ως άνοδο του εργασιακού κόστους στον Νότο. Το ερώτημα που επιχειρήθηκε να απαντηθεί ήταν αν η αιτία της απώλειας ανταγωνιστικότητας του Νότου υπήρξε πράγματι η άνοδος των μισθών των εργαζομένων ή αν το πρόβλημα είχε άλλες ρίζες και ποιες ήταν αυτές. Άρα, αν η εσωτερική υποτίμηση είχε κι έχει νόημα, κι αν όχι, τι πολιτικές θα πρέπει να την αντικαταστήσουν. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των ερευνών είναι μια ριζικά ανατρεπτική προσέγγιση για όσα θεωρούνται και προβάλλονται μέχρι στιγμής ως δεδομένα για τα αίτια της κρίσης της Ευρωζώνης (όχι μόνο από το Βερολίνο, ή τις λεγόμενες μνημονιακές πολιτικές δυνάμεις, αλλά και από το ΣΥΡΙΖΑ) η οποία, θα όφειλε, αν μη τι άλλο, να κατευθύνει τις αλλαγές της οικονομικής πολιτικής.

Είναι σκόπιμο τα συμπεράσματα των μελετών αυτών να παρουσιαστούν αναλυτικά γιατί έχουν πάρα πολύ “ψωμί” τόσο για την Ελλάδα όσο και για ολόκληρο τον ευρωπαϊκό Νότο. Καλό όμως είναι να σημειωθούν προκαταβολικά πέντε σημεία:

Τα πέντε βασικά σημεία 

Πρώτον, οι έρευνες αυτές υπογράφονται από οικονομολόγους συστημικούς – της Τράπεζας της Γαλλίας, της Παγκόσμιας Τράπεζας, της ΕΚΤ, του ΔΝΤ – αλλά όχι εκφραστές πληρωμένων συμφερόντων. Έχουν λοιπόν επιστημονικό χαρακτήρα, σε αντίθεση με τα προγράμματα που εφαρμόζονται στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες του Νότου, που, ως γνωστόν, υπήρξαν και παραμένουν προϊόν συμβιβασμού μεταξύ ποικίλων εθνικών, οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων που έχουν διακυβεύματα στην κρίση. Γι’ αυτό το λόγο οι συγκεκριμένες έρευνες αποτελούν πολύτιμο υλικό που πρέπει να παραλάβει, να δει και να επικοινωνήσει τόσο στην Ελλάδα όσο και σε ολόκληρο το Νότο όποιος θέλει διέξοδο από την κρίση και ανάκαμψη για τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου.  

Δεύτερον, όλες τους διαψεύδουν το γερμανικό επιχείρημα που λέει ότι η κρίση οφείλεται στις μεγάλες αυξήσεις που πήραν οι ‘τεμπέληδες’ του Νότου – ή και αντιστρόφως, στην πολιτική υποτίμησης των γερμανικών μισθών που ακολουθούσε επί χρόνια το Βερολίνο, που λέει η ευρωπαϊκή αριστερά. Αποδεικνύουν αντ’ αυτών πως το όντως υπαρκτό έλλειμμα ανταγωνιστικότητας και η υπερχρέωση της Ελλάδας και των άλλων χωρών του ευρωπαϊκού Νότου οφείλονται:
α) στο πολύ σκληρό ευρώ σε σχέση με τα άλλα διεθνή νομίσματα,
β) στα σφάλματα της κλασικής θεωρίας του ευρώ που αντί να οδηγήσει σε σύγκλιση, οδήγησε σε φούσκες στο Νότο τις οποίες η ΕΚΤ, με τους λανθασμένους κανόνες της, επιδείνωσε αντί να αποτρέψει,
γ) σε παράγοντες εξωγενείς της ΟΝΕ – συγκεκριμένα στη διεύρυνση της ΕΕ με 12 νέα κράτη μέλη από την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια, στην κατάργηση των δασμών με την Κίνα και την αύξηση των κινέζικων εξαγωγών στην Ευρώπη αλλά και στην καλπάζουσα άνοδο των τιμών του πετρελαίου κατά 400% από το 1999 ως το 2008, 
δ) στη λειτουργία, δυνάμει της ΟΝΕ, μιας κρυφής τριγωνικής σχέσης αποστράγγισης πλούτου από τον Νότο προς την Κίνα και τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες κι από εκεί στον ευρωπαϊκό Βορρά.  

Τρίτον, οι έρευνες αυτές συγκλίνουν στο ότι η Ελλάδα και η Πορτογαλία είναι κυριολεκτικά πιασμένες σε παγίδα για δυο λόγους. Ο λιγότερο σημαντικός είναι ότι έκαναν το σφάλμα να μπουν στο ευρώ με εξαρχής υπερτιμημένη ισοτιμία κατά 9.4% και 12.3% αντίστοιχα, γι’ αυτό και επλήγησαν πάρα πολύ από την ανατίμησή του. Ο πιο σημαντικός είναι ότι οι εξαγωγές τους είναι πολύ χαμηλής τεχνολογίας. Το τεχνολογικό προφίλ των εξαγωγών της Ελλάδας και της Πορτογαλίας είναι το χαμηλότερο στην Ευρώπη, χαμηλότερο και από των κινέζικων. Οι δύο χώρες βούλιαξαν υπό το βάρος του ανταγωνισμού των φθηνών κινέζικων εισαγωγών και η λύση στο πρόβλημά τους θα μπορούσε να έρθει μόνο με μια τεχνολογική αναβάθμιση της παραγωγής τους που όμως χρειάζεται πολύ χρόνο. 

Τέταρτον, από τις τέσσερις μελέτες οι τρεις απορρίπτουν κατηγορηματικά την πολιτική λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης που εφαρμόστηκε και εφαρμόζεται ακόμη στον ευρωπαϊκό Νότο γιατί προκαλεί μεγάλη ύφεση, ανεργία και την εύλογη οργή των κοινωνιών χωρίς να αντιμετωπίζει το κύριο πρόβλημα που είναι η μακρόχρονη οικονομική βιωσιμότητα των κρατών. Προς αντικατάστασή της συστήνουν, όπως και οι περισσότεροι οικονομολόγοι διεθνώς, αύξηση της ζήτησης στον Βορρά αλλά, ειδικώς για την Ελλάδα και την Πορτογαλία, στροφή στην παραγωγή προϊόντων υψηλότερης τεχνολογίας. Η μεγάλη έκπληξη βεβαίως προέρχεται από την τέταρτη μελέτη, των οικονομολόγων του ΔΝΤ. Διότι χωρίς να αποκηρύσσει ρητά τις πολιτικές της τρόικας στην οποία μετέχει ο εργοδότης των συντακτών της, υιοθετεί άκρως επιφυλακτικούς τόνους ως προς την αποτελεσματικότητα των εν λόγω πολιτικών. Καταλήγει δε στο ότι «επείγει η δημιουργία μηχανισμών κεντρικής ανάληψης του ρίσκου στην Ευρωζώνη», συστήνοντας μεταξύ άλλων, βελτίωση των όρων χρηματοδότησης του Νότου, υποτίμηση του ευρώ και σοβαρές δημοσιονομικές μεταβιβάσεις από το Βορρά προς το Νότο προκειμένου να αντιμετωπιστεί η ανεργία.

Να μιλήσουμε σοβαρά για το ευρώ σε παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον

Πέμπτον, όλα αυτά είναι σημαντικά για δύο σκοπούς μεγάλης πολιτικής σημασίας.
Ο πρώτος σκοπός είναι να γίνουν γνωστά και κατανοητά τα προβλήματα της αρχιτεκτονικής του ευρώ μέσα στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον – καθώς αυτά είναι που  βρίσκονται στη ρίζα της σημερινής πολιτικής διαίρεσης της Ευρωζώνης σε πιστωτές του Βορρά και δανειολήπτες του Νότου. Με τον τρόπο αυτό ελπίζεται πως θα μπορέσει επιτέλους να ανοίξει και μια σοβαρή κουβέντα για το νόμισμα στη χώρα μας που τόσο χρειάζεται.  Δυστυχώς, το ευρώ εισήχθη στην Ελλάδα με βερμπαλισμούς και φανφάρες περί  «ισχυρής Ελλάδας»,  η οποία «εισέρχεται στον πυρήνα της Ευρώπης».  Βερμπαλισμοί και φανφάρες του τύπου  «αν βγούμε από το ευρώ δεν θα έχουμε καύσιμα και φάρμακα» έδωσαν δυστυχώς τον τόνο και στην όποια δημόσια συζήτηση έλαβε χώρα στην Ελλάδα μετά τη χρεοκοπία της, από το 2010 και εξής. Είναι εντελώς παράλογο μία χώρα που κατέληξε στη χρεοκοπία εξαιτίας της συμμετοχής της σε ένα ατελές νομισματικό σύστημα, να οδεύει ακόμη με αυτόματο πιλότο και στα τυφλά. Ιδίως εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που υπερασπίστηκαν και υπερασπίζονται ακόμη το ευρώ, μεταξύ αυτών, η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ, η ΔΗΜΑΡ (αλλά και η πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ), έχουν την υποχρέωση να μελετήσουν τις παραμέτρους, τις αναγκαιότητες και τους περιορισμούς που θέτει στην Ελλάδα η συμμετοχή στο ευρώ και να καταθέσουν πολιτικές προτάσεις συμβατές μαζί τους.   

Ο δεύτερος σκοπός είναι να γίνουν αντιληπτές μερικές σοβαρές εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στην Ευρώπη, που θα διαμορφώσουν την επόμενη μέρα για την Ελλάδα, την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά που δυστυχώς, για κάποιο λόγο, στη χώρα μας παραμένουν στο σκοτάδι. Το κρίσιμο σημείο είναι η σταδιακή μετάβαση της Κίνας, ήδη από το δεύτερο ήμιση της δεκαετίας του 2000, σε παραγωγή υψηλότερης τεχνολογίας και προστιθέμενης αξίας. Για να το πω απλά: η κινέζικη παραγωγική μηχανή αφού συνέτριψε τον ευρωπαϊκό Νότο, από το 2010 άρχισε να συντρίβει τον ευρωπαϊκό Βορρά. Σε αντίθεση όμως με την Ελλάδα, όπου όταν έκλειναν τα εργοστάσια του Λαναρά στη Νάουσα λόγω του κινεζικού ανταγωνισμού,  η κυβέρνηση Σημίτη έλεγε «τι να κάνουμε, αυτά έχει η παγκοσμιοποίηση» και οργάνωνε πανάκριβες Ολυμπιάδες, το Βερολίνο, μόλις είδε τα πρώτα λουκέτα στα γερμανικά εργοστάσια παραγωγής φωτοβολταϊκών, ξεκίνησε μια προσπάθεια να αποκλείσει την Κίνα από τις σπάνιες γαίες της Γροιλανδίας και, κυρίως, να επιβάλλει πανευρωπαϊκούς δασμούς στα κινέζικα βιομηχανικά προϊόντα που ανταγωνίζονται τα δικά του.

Η Ευρώπη προχωρά σε δασμολογικές ανακατατάξεις. Η Ελλάδα τι κάνει;

Έτσι, τον τελευταίο χρόνο, παράλληλα με το δράμα ύφεσης και ανεργίας που παίζεται στην Ελλάδα και τις άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, έχουμε σοβαρές δασμολογικές ανακατατάξεις στην Ευρώπη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιβάλλει δασμούς σε συγκεκριμένες κατηγορίες κινέζικων προϊόντων (φωτοβολταϊκά, κεραμικά), ετοιμάζει δασμούς για τα ηλεκτρονικά, αλλά και έχει δρομολογήσει πρωτοβουλία της Επιτροπής για εισαγωγή νέων διαδικασιών που θα διευκολύνουν την επιβολή δασμών στα κινέζικα βιομηχανικά προϊόντα υψηλής τεχνολογίας που ανταγωνίζονται τα προϊόντα του Βορρά.  Συνειδητοποιούμε τι έχουμε εδώ; Πανευρωπαϊκή επιστροφή δασμών μόνο για επιλεγμένα  προϊόντα σημαντικά για τις οικονομίες του Βορρά αφότου ο κινέζικος ανταγωνισμός  στραγγάλισε κάποιες οικονομίες του Νότου;

Η συγκυρία είναι κρίσιμη. Χάρη στο νέο πρόγραμμα του Μάριο Ντράγκι και την πειθήνια στάση των πολιτικών ηγετών του Νότου στα προγράμματα που τους υπαγορεύθηκαν,  η Ευρωζώνη οδεύει στην έξοδο από τη διακεκαυμένη ζώνη της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Αλλά η λύση που παίρνει σχήμα οδηγεί τα κράτη του Νότου, και ιδίως την Ελλάδα και την Πορτογαλία, σε οικονομική βύθιση και παρατεταμένη μαζική ανεργία. Την ίδια στιγμή η Γερμανία μεριμνά να διασφαλίσει προστασία από την Κίνα πρωτίστως για τα δικά της προϊόντα – άρα και τους δικούς τους εργαζόμενους μόνο – ενώ η ελληνική ή η πορτογαλική κυβέρνηση κοιμούνται βαθιά...

Από τη στιγμή που οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ τεκμηριώνουν πως η απώλεια ανταγωνιστικότητας και η υπερχρέωση των κρατών του ευρωπαϊκού Νότου στο Βορρά οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ευρώ και την κατάργηση των δασμών της Ευρώπης με την Κίνα, οι κυβερνήσεις του Νότου οφείλουν στους άνεργους πολίτες τους να δουν προσεκτικά τις ευρωπαϊκές εξελίξεις και να αναλάβουν συστηματικές προσπάθειες ώστε να επηρεάσουν τους νέους δασμολογικούς διακανονισμούς. Θα είναι αδιανόητο αν μέσα σε μια τέτοια κρίση ο εκπτωχευμένος και με παραγωγική υστέρηση Νότος αποδεχτεί την εισαγωγή δασμολογικών πολιτικών που θα προστατέψουν την παραγωγή του Βορρά αποδεχόμενος έτσι σιωπηρά την περαιτέρω θυσία της δικής του και δεν υποχρεώσει τη Γερμανία να αναγνωρίσει εμπράκτως με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το ρόλο που έπαιξε το νόμισμα και οι αδασμολόγητες κινέζικες εισαγωγές στις ανισορροπίες της Ευρωζώνης.