Δημιούργησα αυτό το blog όταν έμεινα άνεργη. Αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου ως άνεργη του/λόγω ευρώ - δηλαδή ως eurounemployed. Γιατί; Τις παραμονές της εισόδου της Ελλάδας στο ευρώ, κυριαρχούσε μια ρητορική περί "ισχυρής Ελλάδας" και συμμετοχής της στον "πυρήνα της Ευρώπης" που θα έφερνε πλούτο - η οποία όμως δεν εξηγούσε πώς θα έρθει ο πλούτος. Τότε δεν έκανα οικονομικά, οπότε ρώτησα σχετικά φίλιες δυνάμεις οικονομικών συντακτών. Μου απάντησαν πως η συμμετοχή σε μια νομισματική ένωση αυξάνει τον συνολικό πλούτο, άρα επωφελούνται όλοι. Έστω, είπα, αλλά από τη στιγμή που ειδικώς η χώρα μας εισάγει όλο και περισσότερα από όσα εξάγει και χάνει διαρκώς παραγωγή, πώς θα ωφεληθεί από την ΟΝΕ; Κι αν αυτό γίνεται συνεχώς, δεν θα μας τελειώσουν κάποτε τα ευρώ; Πήρα μια απάντηση του τύπου "αυτό δεν έχει σημασία στα πλαίσια μιας νομισματικής ένωσης", η οποία δεν με ικανοποίησε. Πολλά χρόνια μετά, μάθαμε όλοι μας βιωματικά πως μια οικονομία με τα χαρακτηριστικά της ελληνικής, με τη συμμετοχή της σε μια νομισματική ένωση όπως η ΟΝΕ, υπερχρεώνεται και καταλήγει σε χρεοκοπία. Κι εγώ έμαθα ότι τα φαινομενικά απλοϊκά ερωτήματα που έθετα το 1999 περιέγραφαν το πρόβλημα του ισοζυγίου πληρωμών, που αποτέλεσε ένα από τα μείζονα προβλήματα του ευρώ, μια από τις βασικότερες αιτίες της κρίσης και το οποίο είχε συζητηθεί εκτεταμένα μεταξύ των οικονομολόγων κατά τη δεκαετία του 1990, όταν μεγάλο μέρος των δεινών που ζούμε σήμερα είχε προβλεφθεί - αλλά οι αλαζόνες πολιτικοί δεν έδιναν σημασία.
Να τι έγραφε ο οικονομολόγος Wynne Godley το 1992: "Τι θα συμβεί αν μια ολόκληρη χώρα – μια εν δυνάμει περιοχή σε μια πλήρως ολοκληρωμένη ένωση – υποστεί διαρθρωτική ύφεση; Όσο αυτή η χώρα αποτελεί ανεξάρτητο κράτος έχει τη δυνατότητα να υποτιμήσει το νόμισμά της. Στη συνέχεια μπορεί να συνεχίσει την οικονομική της δραστηριότητά επιτυχώς με πλήρη απασχόληση αν υποθέσουμε ότι ο κόσμος δεχτεί τις απαραίτητες μειώσεις στα πραγματικά του εισοδήματα. Σε μια οικονομική και νομισματική ένωση όμως, αυτή η δυνατότητα εμφανώς χάνεται και οι προοπτικές της χώρας επιβαρύνονται σοβαρά, εκτός κι αν υπάρξουν σοβαροί ομοσπονδιακοί δημοσιονομικοί διακανονισμοί που θα αναλάβουν να εκπληρώσουν έναν αναδιανεμητικό ρόλο (...). Αν μια χώρα ή μια περιοχή δεν έχει τη δυνατότητα να υποτιμήσει το νόμισμά της και δεν επωφελείται από ένα σύστημα δημοσιονομικών μεταβιβάσεων, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να σταματήσει μια διαδικασία σωρευτικής και ακραίας ύφεσης η οποία θα οδηγήσει στο τέλος στη μετανάστευση ως το μόνο εναλλακτικό δρόμο στη φτώχεια ή την πείνα". (Wynne Godley, Maastricht and All That. LRB,Vol 14. Nο 19 1992).

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Παράνοια

Η Χρυσή Αυγή ήταν από παλιά γνωστή για τις εγκληματικές επιθέσεις της σε βάρος των ιδεολογικών της αντιπάλων. Αλλά ο αριθμός και η αγριότητα των επιθέσεών της αυξήθηκαν γεωμετρικά από τότε που αναδύθηκε ως αντιμεταναστευτική δύναμη, που μπήκε στον dήμο και στη Βουλή, που νομιμοποιήθηκε επικοινωνιακά ως το «άλλο άκρο» απέναντι στο «άκρο του κόκκινου ΣΥΡΙΖΑ», ενώ παράλληλα απολάμβανε την ανοχή του καθεστώτος στην εγκληματική δράση της.

Είναι σημαντικό που μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα το καθεστώς εγκατέλειψε την πολιτική ανοχής προς τη Χρυσή Αυγή, που αποκαλύπτεται η δράση της ως παραστρατιωτικής συμμορίας, που οι δικογραφίες της φτάνουν στον εισαγγελέα, που κορυφαίοι αστυνομικοί διευθυντές ξηλώνονται παραδειγματικά για την ανοχή τους στην παρουσία ένοπλων χρυσαυγιτών στους δρόμους, που εφημερίδες οι οποίες προώθησαν το life style του ναζισμού ή κανάλια που υπαινίχθηκαν ότι η λύση για την Ελλάδα θα ήταν η συνεργασία της Ν.Δ. με μια «πιο σοβαρή Χ.Α.» την αποκήρυξαν. Ολα αυτά θα περιορίσουν τον κύκλο του αίματος. Ομως ακόμη περισσότερο θα βοηθούσε η αποδοκιμασία της Χρυσής Αυγής από τους ψηφοφόρους της, από την ελληνική κοινωνία.

Κατά τον πρόεδρο της Public Issue Γ. Μαυρή, η ψήφος στη Χ.Α. έχει προκύψει από κοινωνική διάσπαση της συντηρητικής παράταξης. Η Χ.Α. επιλέγεται από ανθρώπους για την αντιμεταναστευτική της ατζέντα και ως ψήφος τιμωρίας προς το πολιτικό σύστημα. Αποτελεί, δηλαδή, ψήφο φόβου και θυμού για τους δεξιούς και τους λεγόμενους απολιτίκ που έως το 2010 μετακινούνταν ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα. Ολοι αυτοί που, αν και γνώριζαν ότι η Χ.Α. χτυπά και δολοφονεί μετανάστες, ωστόσο δήλωναν έως πρότινος ότι θα την ψηφίσουν, θα ενοχληθούν τόσο από τη δολοφονία του Ελληνα Παύλου Φύσσα ή θα επηρεαστούν τόσο από τις καθυστερημένες προσπάθειες της κυβέρνησης να την αποκαλύψει ως συμμορία και να περιορίσει τη δράση της, ώστε να την απορρίψουν εκλογικά;

Μάλλον όχι, όσο η επικοινωνιακή στρατηγική των δύο άκρων επιμένει και προσκείμενα στη Ν.Δ. μέσα εκπέμπουν γκεμπελικά μηνύματα με σκοπό τον επαναπατρισμό των ψήφων της Χ.Α. στην εκλογική βάση της Ν.Δ. Ο λόγος για τις αναφορές του τηλεοπτικού Σκάι στις μαρτυρίες που έφεραν τον δράστη του φονικού της Αμφιάλης να ψηφίζει παλαιότερα ΚΚΕ και για το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Δημοκρατία» όπου εκτός από τα εγκληματικά καμώματα της Χρυσής Αυγής μαθαίναμε ότι «150.000 λαθραίοι περιμένουν τη στιγμή» μιας κοινωνικής έκρηξης για να κάνουν πλιάτσικο. Παράλληλα με την επιχείρηση πάταξης της Χ.Α., το πατριωτικό κομμάτι της Ν.Δ. επιδιώκει να πείσει τους συντηρητικούς ψηφοφόρους ότι ένα φονικό Ελληνα μπορεί να προέλθει από τους κακούς κομμουνιστές, όχι από τους καλούς δεξιούς, και ότι οι νοικοκυραίοι χρειάζονται τη Ν.Δ. για να τους προστατέψει από τους μετανάστες σε περίπτωση κοινωνικής έκρηξης. Η παράπλευρη συνέπεια είναι, ωστόσο, το ξέπλυμα της Χ.Α.

Οι πρώτες δημοσκοπήσεις μετά τα γεγονότα της Αμφιάλης κατέγραψαν μείωση του εκλογικού ποσοστού της Χ.Α. την οποία καρπώνεται εν μέρει η Ν.Δ. Είμαστε σίγουροι όμως ότι η κάμψη αυτή δεν οφείλεται στο ότι οι δημοσκοπούμενοι ντράπηκαν να δηλώσουν μετά το φονικό ότι θα ψηφίσουν Χρυσή Αυγή;

Δυστυχώς, η εικόνα των αντιδράσεων στα κοινωνικά δίκτυα τις ίδιες μέρες υποδείκνυε ότι η θεωρία των δύο άκρων έχει πιάσει γερά στους κόλπους της συντηρητικής βάσης και με τρόπο που νομιμοποιεί τη νεοναζιστική εγκληματική δράση: αντί του αναμενόμενου αποτροπιασμού τον τόνο έδινε ο συμψηφισμός των θανάτων της Marfin με του Π. Φύσσα. Τον ίδιο κοινωνικό ζόφο αποτύπωναν και τα ευρήματα της δημοσκόπησης της Rass για τον «Ελεύθερο Τύπο», όπου το 20% δήλωνε ότι η δολοφονία Φύσσα είναι μεμονωμένο γεγονός και όχι ενδεικτικό της απειλής της Χ.Α., το 17% ότι θεωρεί τη Χρυσή Αυγή λαϊκό εθνικιστικό κίνημα και όχι παραστρατιωτική ή εγκληματική οργάνωση, το 13,5% ότι δεν πιστεύει καν πως η Χ.Α. έχει σχέση με το φονικό και 8,8% ότι δεν έχει γνώμη. Δηλαδή δύο στους δέκα Ελληνες πολίτες θεωρούν τη Χρυσή Αυγή αθώα του αίματος….

Είναι παράνοια, δεν το χωράει ο νους, κι όμως είναι αλήθεια. Πιθανόν να καταδικαστήκαμε σε παράνοια από τότε που υψώθηκαν οι πρώτες φωνές για «ευρώ πάση θυσία» και μπήκαμε στο Μνημόνιο χωρίς το εξαρχής απαραίτητο κούρεμα του χρέους μας με μιαν απόφαση για εσωτερική υποτίμηση που ήταν γνωστό ότι θα μπορούσε να φτάσει έως και το 40%. Οι κίνδυνοι του παρόντος κρίθηκαν πιο σημαντικοί από τους κινδύνους του μέλλοντος. Αλλά εσωτερική υποτίμηση 40% δεν γίνεται χωρίς εκρηκτική ανεργία, αυτοκτονίες, μαζικές χρεοκοπίες, τρελή φορολόγηση, καλπάζουσα εγκληματικότητα∙ με άλλα λόγια χωρίς μια πολύχρονη οικονομική σφαγή μέσα στην κοινωνία που διαβρώνει όλους τους συνεκτικούς ιστούς της. Τα αδιέξοδα της καθημερινότητας, που είναι τόσο μεγαλύτερα όσο πιο χαμηλά βρίσκεσαι στην κοινωνική διαστρωμάτωση, και τα ψέματα της κυβέρνησης περί ελπίδων ανάκαμψης την ώρα που ο κόσμος –ανάμεσά τους και πάρα πολλοί πρώην νοικοκυραίοι και ψηφοφόροι της συντηρητικής παράταξης– βλέπει τη ζωή του να επιδεινώνεται ασφυκτικά, συνεγείρουν τρομακτικά κύματα αβεβαιότητας και οργής, μετατρέπουν την καθημερινότητα σε πόλεμο για επιβίωση, εξαχρειώνουν τις συνειδήσεις, ξυπνούν ιστορικά απωθημένα, οδηγούν σε παράνοια… Φαίνεται πως είναι δύσκολο να ξεριζωθεί η κοινωνική επιρροή της Χρυσής Αυγής τώρα πια.

"Οι πολιτικοί μας μάς πρόδωσαν στους ξένους"

Φέτος το καλοκαίρι, συνομιλώντας με κάποιους από τον λεγόμενο απλό κόσμο –δηλαδή όχι τους επαγγελματίες των ΜΜΕ και της οικονομίας– που για τον έναν ή τον άλλο λόγο συγκαταλέγονται στα θύματα της κρίσης, άκουγες: Δεν έχω καταλάβει καλά τι γίνεται, αλλά η αίσθησή μου είναι ότι οι πολιτικοί μας μάς πρόδωσαν στους ξένους. Ή ακόμη: Οι πολιτικοί μας κάνουν όλα τα χατίρια στους ξένους θυσιάζοντας εμάς ώστε να διατηρούν τα προνόμια τα δικά τους και των φίλων τους.

Εχει άδικο αυτός ο κόσμος; Μάλλον όχι. Οι ιστορικοί του μέλλοντος θα κρίνουν πολύ πιο αυστηρά την ελληνική πολιτική τάξη για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε τα ελληνικά πράγματα μετά το 2010 παρά για την ίδια τη χρεοκοπία. Το μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξης της Ελλάδας από τότε που μπήκε στο ευρώ ήταν προϊόν φούσκας, αποτέλεσμα της κατακόρυφης αύξησης του ιδιωτικού και δημόσιου δανεισμού. Από τη στιγμή που ήρθε η κρίση και η χώρα απώλεσε τη δυνατότητα ξένου δανεισμού, η πτώση επρόκειτο να είναι μεγάλη. Δεν ήταν απαραίτητο όμως η κρίση να οδηγήσει στον εθνικό εξευτελισμό της Ελλάδας και σε τόσο μεγάλη κοινωνική καταστροφή. Οι διαδοχικές κυβερνήσεις Παπανδρέου-Παπαδήμου-Σαμαρά θα μπορούσαν να είχαν χειριστεί τα πράγματα διαφορετικά. Θα μπορούσαν να μην είχαν αποδεχτεί τον ρόλο της διεκπεραίωσης των ευρωπαϊκών συμφερόντων στη χρεοκοπημένη Ελλάδα και να είχαν εκμεταλλευθεί τη διαμάχη Ε.Ε.-ΔΝΤ για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας του χρέους. Ή θα μπορούσαν να έχουν αξιοποιήσει τη λίστα Λαγκάρντ και τις διάφορες άλλες εκδοχές της και με ελέγχους «πόθεν έσχες» να έχουν επιδιώξει να μαζέψουν χρήμα από εκείνους που πράγματι συσσώρευσαν «λίπος» στα χρόνια του ευρώ, αντί να επιβάλλουν υπερφορολόγηση στους πάντες μετατρέποντας το χρέος του Δημοσίου σε ιδιωτικό χρέος των ελληνικού λαού.

Θα μπορούσαν; Μάλλον όχι. Η πίστη στη δυνατότητα των Ελλήνων πολιτικών να χαράξουν μια εθνική πολιτική και να θέσουν πάνω απ’ όλα τα συλλογικά συμφέροντα του ελληνικού λαού αντιβαίνει προς τις παραδόσεις της ελληνικής πολιτικής των τελευταίων 20 χρόνων – και όχι μόνο. Ο υψηλός βαθμός εξάρτησης και υποτέλειας του ελληνικού κράτους από τις μεγάλες, ευρωπαϊκές και μη, δυνάμεις της Δύσης έχει μεγάλο βάθος χρόνου και είναι ιστοριογραφικά τεκμηριωμένος. Για να καταλάβουμε όμως γιατί το ΠΑΣΟΚ και η Ν.Δ., που διαχειρίζονται μέχρι σήμερα την κρίση, ήταν αδύνατο να κάνουν κάτι διαφορετικό από ό,τι έκαναν –αυτό που ο κόσμος λέει ότι μας πούλησαν στους ξένους–, πρέπει να αντιληφθούμε την ιστορική συνθήκη μέσα στην οποία Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ έχουν πολιτευθεί τα τελευταία 20-25 χρόνια.

Πριν από ένα τέταρτο του αιώνα είχαμε δύο θεμελιώδη γεγονότα. Το πρώτο, το 1989, ήταν η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού που σήμανε την ιστορική ήττα του σοσιαλιστικού σχεδίου οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης. Το δεύτερο, το 1992, ήταν η Συνθήκη του Μάαστριχτ, η οποία έβαλε την Ευρώπη στον δρόμο του αχαλίνωτου νεοφιλελευθερισμού, έθεσε τις βάσεις για την κατασκευή ενός πυκνού ευρωπαϊκού νομοθετικού πλαισίου με δεσμευτικές οδηγίες για τα κράτη-μέλη κατά τρόπο που συγκεντροποιούσε τους βασικούς κατευθυντήριους άξονες της οικονομικής πολιτικής και άνοιγε τον δρόμο για την ΟΝΕ. Ο νεοφιλελευθερισμός σήμαινε, συν τοις άλλοις, αλλαγή σκέψης για την οικονομία: το ενδιαφέρον για τις παραγωγικές δομές και η πολιτική για την πραγματική οικονομία αντικαταστάθηκαν από τις λογιστικές ασκήσεις επί των δημόσιων οικονομικών, ενώ η πολιτική αφορούσε πλέον τις φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις επί των αγορών εργασίας και προϊόντων, που θεωρούνταν ότι θα απέδιδαν τον μέγιστο δυνατό πλούτο και ανάπτυξη για το κοινωνικό σύνολο. Με δυο λόγια: Ολα θα εξασφαλίζονταν αυτομάτως διά των αγορών, γι’ αυτό η οικονομική πολιτική, με την κλασική της έννοια, δεν χρειαζόταν πια και πετάχτηκε στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι υπό την επιρροή του κυρίαρχου ευρωπαϊκού μας προσανατολισμού αλλά και του παραδοσιακού ελληνικού πελατειακού πολιτικού προτύπου, τα δύο κόμματα εξουσίας, ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ., εγκατέλειψαν κάθε φιλοδοξία άσκησης οικονομικής πολιτικής. Τη θέση της οικονομικής πολιτικής έκτοτε πήρε μια πολιτική που αποτελούσε μείγμα τεχνοκρατίας, με σκοπό την υλοποίηση των δεσμευτικών μας ευρωπαϊκών υποχρεώσεων, οι οποίες μετασχημάτιζαν την ελληνική οικονομία, και μιας αδιαφανούς «χαριστικής» πολιτικής με σκοπό την εξυπηρέτηση αφ’ ενός ορισμένων μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων που επιδίωκαν να εκμεταλλευτούν τις ευκαιρίες των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων ή τους νέους διακανονισμούς απελευθέρωσης των αγορών και αφ’ ετέρου των μικρών συλλογικών, συντεχνιακού τύπου, συμφερόντων, κατά τρόπο που διασφάλιζε τη διατήρηση του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ. στην εξουσία.

Οπότε, παρά τα όσα σωστά αντιλαμβάνονται τα θύματα της κρίσης και συμπυκνώνουν με τη φράση «οι πολιτικοί μας μάς πρόδωσαν στους ξένους», αν το σκεφτούμε λίγο καλύτερα, βλέπουμε ότι Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ απλώς συνεχίζουν να πολιτεύονται μέσα στην κρίση με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που έκαναν τα προηγούμενα 20 χρόνια: εφαρμόζουν τις κεντρικές ευρωπαϊκές πολιτικές επιδιώκοντας κατά την εφαρμογή τους πρωτίστως να αναπαράγουν την εξουσία τους. Δεν έχουν μάθει να σκέφτονται ή να λειτουργούν με όρους πολιτικής ηγεσίας, πολιτικής ευθύνης ή πραγματικής οικονομίας. Πώς να τους βγει ξαφνικά;

Η αργή κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας

Το τραγικό σχετικά με την ανεργία δεν είναι ότι συνεχίζει να ανεβαίνει πιάνοντας τον Μάιο το 26,7%. Είναι η απουσία οποιωνδήποτε προοπτικών μείωσής της με τρόπο διαφορετικό από της Λετονίας. Μετά την εφαρμογή του δικού της προγράμματος εσωτερικής υποτίμησης –που λόγω του χαμηλού δημόσιου χρέους της είχε πολύ καλύτερες αρχικές προϋποθέσεις από το ελληνικό–, η χώρα της Βαλτικής μείωσε ώς ένα βαθμό την υψηλή ανεργία της χάνοντας το 10% του πληθυσμού της, τις νέες και δυναμικές γενιές. Στον ίδιο δρόμο βαδίζουμε κι εμείς.

Η εκτίμηση αυτή δεν πηγάζει από απαισιοδοξία. Προκύπτει από την απλή λογική της υποχρέωσης που έχει αναλάβει η Ελλάδα να πετύχει εξωτερικά πλεονάσματα προκειμένου να μειώσει το χρέος της (με κυβερνήσεις Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ) ή, στην καλύτερη περίπτωση, της εκ των πραγμάτων υποχρέωσής της να πετύχει ισορροπία στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (δηλαδή να μπαίνουν στη χώρα τόσα ευρώ όσα βγαίνουν) αν κόψει τα μνημόνια και στηριχθεί στις δικές της δυνάμεις (με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ). Η αδυναμία από την οποία πάσχουν και τα δύο αυτά πολιτικά προγράμματα, παρά τις σημαντικές διαφορές τους, είναι η απουσία κάθε πραγματικής βοήθειας από το ευρωπαϊκό περιβάλλον: είτε νομισματικού χαρακτήρα από την ΕΚΤ –για παράδειγμα, μια υποτίμηση του ευρώ θα ήταν πολύ ευεργετική για την Ελλάδα– είτε δημοσιονομικού χαρακτήρα από τη Γερμανία και τις άλλες χώρες του Βορρά –μια αύξηση των μισθών και μείωση των φόρων στις χώρες αυτές θα τόνωνε τη συνολική ευρωπαϊκή ζήτηση και θα έδινε το περιθώριο στην Ελλάδα και τις άλλες χώρες του Νότου να πετύχουν τον μηδενισμό των ελλειμμάτων τους χωρίς να στραγγαλίζονται.

Λόγω της παραμονής της στο ευρώ, η προσαρμογή που κάνει η Ελλάδα στην οικονομία της γίνεται όχι μόνο χωρίς πραγματική ευρωπαϊκή βοήθεια αλλά διά της λεγόμενης «εσωτερικής υποτίμησης». Μόνο που η εσωτερική υποτίμηση δεν έχει κανένα από τα πλεονεκτήματα της κανονικής υποτίμησης που κάνουν οι χώρες με δικά τους νομίσματα. Στην κανονική υποτίμηση, παράλληλα με τα εισοδήματα των ανθρώπων, μειώνονται και τα χρέη τους, άρα απομένει μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα και η ύφεση είναι μικρότερη, τονώνεται η εγχώρια παραγωγή, άρα συγκρατείται η ανεργία και μειώνονται οι εισαγωγές με σχετικά αυτόματο τρόπο επειδή τα ξένα προϊόντα ακριβαίνουν πολύ και τα εγχώρια φτηναίνουν. Στην εσωτερική υποτίμηση, όμως, μειώνονται μόνο τα εισοδήματα, ενώ τα χρέη παραμένουν υψηλά και είτε δεν μπορούν να αποπληρωθούν από τα μειωμένα εισοδήματα είτε πληρώνονται αλλά αφήνοντας πολύ μικρότερο διαθέσιμο εισόδημα και προκαλώντας μεγαλύτερη ύφεση. Επιπλέον, δεν υπάρχει καμιά θετική επίδραση στην εγχώρια παραγωγή, άρα κανένας τρόπος συγκράτησης της ανεργίας, ενώ κι οι εισαγωγές δεν μειώνονται αυτόματα –χρειάστηκε να παγώσει πέρσι η Ελλάδα με την επιβολή τρελών φόρων στα καύσιμα προκειμένου να καταρρεύσει η κατανάλωση πετρελαίου (κατά 68%) και να συρρικνωθεί το εξωτερικό έλλειμμα τόσο όσο χρειαζόταν. Η λογική των μνημονίων υποστηρίζει ότι η εσωτερική υποτίμηση μπορεί να δουλέψει όπως η κανονική, και μέσω της μείωσης των μισθών να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα και τις εξαγωγές μιας χώρας και να μειώσει την ύφεση και την ανεργία. Η θεωρία αυτή φαίνεται να αποδίδει, έστω λίγο, στην Πορτογαλία και την Ισπανία –οι οποίες καταγράφουν σημαντική αύξηση εξαγωγών αν και η ανεργία τους παραμένει ψηλά–, καθόλου όμως στην Ελλάδα. Κι η ευθύνη γι’ αυτό ανήκει εξίσου στις ελληνικές κυβερνήσεις και στην Ευρώπη.

Η Ευρώπη ευθύνεται για την παρατεταμένη παραμονή της Ελλάδας σε κατάσταση διαρκούς χρεοκοπίας, επειδή έκανε ένα PSI ατελές και με μεγάλη καθυστέρηση και ουσιαστικά εξακολουθεί να αρνείται κάθε αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους που θα αποκαθιστούσε τη βιωσιμότητά του: αποτέλεσμα η δραματική αύξηση του κόστους χρήματος για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Οι ελληνικές κυβερνήσεις ευθύνονται για την άρνησή τους να μειώσουν τις δημόσιες δαπάνες κατά τρόπο που θα περιόριζε την ύφεση και θα έδινε το παράδειγμα αντί να εκθρέψει τη σύγκρουση στην ελληνική κοινωνία (από πάνω προς τα κάτω, όπως είπε από την αρχή ο Γ. Βαρουφάκης, και όχι οριζόντια), τη χαριστική τους συμπεριφορά προς κάποια μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα που συνευθύνεται για το αυξημένο κόστος ενέργειας και μεταφορών, την υπερφορολόγηση και την εσωτερική στάση πληρωμών που προκαλεί προβλήματα στην παραγωγική αλυσίδα και οδηγεί σε συρρίκνωση αντί για αύξηση της παραγωγής και την αδυναμία τους να χαράξουν ένα εθνικό πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης με παρεμβάσεις που θα στήριζαν την ελληνική οικονομία. Το αποτέλεσμα είναι η περαιτέρω συρρίκνωση της ήδη καχεκτικής παραγωγικής βάσης της ελληνικής οικονομίας, με φυγή επιχειρήσεων και δραστηριοτήτων είτε προς χώρες χωρίς πιστωτικό κίνδυνο είτε προς τη γείτονα Βουλγαρία με το χαμηλότερο μισθολογικό, ασφαλιστικό, φορολογικό και ενεργειακό της κόστος –ουσιαστικά η αργή κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας. Στο πλαίσιο αυτής της κατάρρευσης, η υψηλή ανεργία αναδεικνύεται στο κύριο μέγεθος που διευκολύνει την επίτευξη εξωτερικών πλεονασμάτων: όταν οι άνεργοι αυξάνονται συνεχώς επί 1-2-3-4-5-6 χρόνια, οι μισθοί καταρρέουν. Οι άνεργοι και οι χαμηλόμισθοι περιφέρονται σαν ζόμπι μπροστά στις βιτρίνες, χωρίς να καταναλώνουν. Με τη φτώχεια οι εισαγωγές συρρικνώνονται, η κυβέρνηση βγαίνει κάποια στιγμή και ανακοινώνει περήφανη ότι το Μνημόνιο επιτυγχάνει τους στόχους του, όσοι μπορούν μεταναστεύουν και η ζωή συνεχίζεται…

Η έρευνα του ΔΝΤ που ανέτρεψε όλους - κι όταν λέμε όλους εννοούμε όλους - τους μύθους της κρίσης (Ε)

6. Η αντιμετώπιση της κρίσης απαιτεί κεντρικούς μηχανισμούς ανάληψης κινδύνων, δημοσιονομικές μεταβιβάσεις από το Βορρά προς το Νότο και υποτίμηση του ευρώ. Το συμπέρασμα των Chen, Milesi-Ferretti και Tressel είναι ότι η υπερχρέωση των κρατών του ευρωπαϊκού Νότου οφείλεται σε τρεις παράγοντες:
• τον ασύμμετρο αντίκτυπο των εμπορικών εξελίξεων με χώρες εκτός ευρώ και πρωτίστως της ανόδου του κινέζικου ανταγωνισμού,
• την πολύ μεγάλη ανατίμηση της ονομαστικής ισοτιμίας του ευρώ που επιδείνωσε δραστικά την ανταγωνιστικότητα του Νότου και
• την ολοκλήρωση του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος στο πλαίσιο της ΟΝΕ, η οποία διαδραμάτισε έναν ειδικό ρόλο στην επί μακρόν διατήρηση των ελλειμμάτων, άρα την υπερχρέωση του Νότου.
Από τη στιγμή που σε διεθνές επίπεδο δεν έχει αλλάξει κάτι και το εξωτερικό σοκ με τον ασύμμετρο αντίκτυπό του πάνω στις χώρες της Ευρωζώνης παραμένει, οι δε τράπεζες του Βορρά δεν θέλουν πια να χρηματοδοτούν το Νότο, τα κράτη του Νότου πρέπει αναπόφευκτα να προσαρμόσουν την οικονομία τους. Αφού όμως η αδυναμία βρίσκεται στην εξωτερική ανταγωνιστικότητα των κρατών του Νότου και όχι στην εσωτερική, η λύση δεν είναι οι πολιτικές δημοσιονομικής σταθεροποίησης και εσωτερικής υποτίμησης που εφαρμόζονται σήμερα. Αντί της εσωτερικής υποτίμησης προτείνονται συνεπώς τρεις δέσμες πολιτικών:

Πρώτη δέσμη: η δημιουργία μηχανισμών κεντρικής ανάληψης των κινδύνων από όλα τα κράτη μέλη του ευρώ οι οποίοι θα βοηθήσουν την προσαρμογή στις χώρες που επλήγησαν από το σοκ. Ένας βασικός μηχανισμός κεντρικής ανάληψης των κινδύνων θα ήταν η υπό σχεδιασμό ευρωπαϊκή τραπεζική ένωση αν είχε ακολουθήσει τα πρότυπα της τραπεζικής ένωσης των ΗΠΑ όπως αναφέρονταν στις αρχικές ευρωπαϊκές συζητήσεις του 2012 – αν  δηλαδή περιλάμβανε ένα πανευρωπαϊκό σχήμα εγγύησης καταθέσεων και την ανάληψη του κόστους ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών της Ελλάδας, της Ισπανίας, της Κύπρου κλπ. από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς. Αντ’ αυτού το σχήμα που προωθείται θεσπίζει εθνικά συστήματα εγγύησης καταθέσεων και εθνικές αναλήψεις κινδύνων – αποκλείει δηλαδή την κεντρική ανάληψη των κινδύνων.

Δεύτερη δέσμη: η εισαγωγή δημοσιονομικών μεταβιβάσεων με αυστηρούς όρους προκειμένου να αντισταθμιστεί η επιρροή της μειωμένης κινητικότητας εργαζομένων μέσα στην Ευρωζώνη. Μια πρόταση δημοσιονομικών μεταβιβάσεων, δηλαδή μεταβίβασης δημόσιων πόρων από το Βορρά προς το Νότο μέσω της αύξησης του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού η οποία έχει συζητηθεί, αφορούσε την κάλυψη των ανέργων του Νότου από ένα πανευρωπαϊκό Ταμείο Ανεργίας. Απορρίφθηκε όμως κατηγορηματικά από τις πολιτικές ηγεσίες της Γαλλίας και της Γερμανίας τον Δεκέμβριο του 2012.

Τρίτη δέσμη: η βελτίωση των όρων χρηματοδότησης, η αύξηση της ζήτησης και η υποτίμηση του ευρώ.Βήματα βελτίωσης των όρων χρηματοδότησης των κρατών του Νότου γίνονται και πολύ πιθανόν να ξαναγίνουν. Για παράδειγμα οι ανακοινώσεις της ΕΚΤ για το νέο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της, γνωστό με το ακρωνύμιο ΟΜΤ, του φθινοπώρου 2012 έχουν βοηθήσει στη μείωση του κόστους δανεισμού της Ιταλίας και της Ισπανίας ενώ οι αποφάσεις για μείωση των επιτοκίων των διακρατικών δανείων έχουν βοηθήσει την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Ελλάδα. Ωστόσο παραμένει οξύ το πρόβλημα των επιχειρήσεων του Νότου – ιδίως της Ελλάδας – που δανείζονται με πολύ υψηλά επιτόκια.
Το αίτημα για αύξηση της ζήτησης, ιδίως στη Γερμανία, έχει υψωθεί από πάρα πολλές φωνές οικονομολόγων τε και πολιτικών. Η τυπική κι επαναλαμβανόμενη γερμανική απάντηση όμως είναι ότι το Βερολίνο δεν μπορεί να κάνει υποχωρήσεις ως προς την σκληρά κερδισμένη του ανταγωνιστικότητα και πως το βάρος της προσαρμογής πρέπει να αναληφθεί εξολοκλήρου από το Νότο ώστε να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης σαν σύνολο.
Τέλος, ενδεχόμενη υποτίμηση του ευρώ θα ήταν το ιδεώδες σενάριο για το Νότο, καθώς θα ενίσχυε την εξωτερική ανταγωνιστικότητά του απέναντι στην Κίνα και τους άλλους εμπορικούς εταίρους με τα εθνικά νομίσματα – όπου έγκειται η αδυναμία του. Μόνο που το σενάριο αυτό δεν φαίνεται πιθανό. Σε έναν κόσμο όπου η Κίνα έχει διπλό νόμισμα προκειμένου να διατηρεί υπό τον έλεγχό της και χαμηλά την ισοτιμία της, όπου η Ελβετία δεν επιτρέπει ενίσχυση της ισοτιμίας του φράγκου έναντι του ευρώ πέρα από το 1.20,  όπου οι ΗΠΑ έχουν κόψει τόνους δολαρίων μετά την κρίση για να στηρίξουν την οικονομία τους  κι όπου, από την άνοιξη του 2013, και η Ιαπωνία προωθεί επεκτατικές πολιτικές συμπιέζοντας το γεν, η ΕΚΤ έχει απομείνει ως η μόνη μεγάλη κεντρική τράπεζα που μεριμνά πρωτίστως για τη σταθερότητα του νομίσματος. Υπό αυτές τις συνθήκες τυχόν ανατίμηση του ευρώ δείχνει πιθανότερη από την υποτίμησή του. 



Η έρευνα του ΔΝΤ που ανέτρεψε όλους - κι όταν λέμε όλους εννοούμε όλους - τους μύθους της κρίσης (Δ)

5. Η υπερχρέωση του ευρωπαϊκού Νότου στο Βορρά οφείλεται στον υπερδανεισμό του ιδιωτικού τομέα και όχι του δημοσίου, ενώ κινητήριος μοχλός του στάθηκε η μεγάλη επέκταση της στεγαστικής πίστης. Οι κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (του Μάαστριχ) προέβλεπαν αυστηρούς κανόνες ελλείμματος (3%) και χρέους (60%) για το δημόσιο. Αντίθετα, για τον ιδιωτικό τομέα (τράπεζες, επιχειρήσεις, νοικοκυριά), προβλεπόταν η μέγιστη δυνατή απελευθέρωση της πίστωσης. Οι επιλογές αυτές αντανακλούσαν τη θεμελιώδη αρχή του νεοφιλελευθερισμού που πρεσβεύει ότι όλες οι στρεβλώσεις προέρχονται από τα κράτη, ενώ ο ιδιωτικός τομέας, αν αφεθεί ελεύθερος, κατανέμει σωστά κεφάλαια και πόρους και επιτυγχάνει τη μέγιστη δυνατή ανάπτυξη προς γενικό όφελος. Κι όμως… Όπως διαπιστώνει η ομάδα των οικονομολόγων του ΔΝΤ, η υπερχρέωση του Νότου προς το Βορρά δεν προήλθε από το δημόσιο τομέα αλλά από την έκρηξη του ιδιωτικού δανεισμού – και  αυτό ισχύει ακόμη και για την “δημοσιονομικά άσωτη” Ελλάδα. Τα δημόσια χρέη των κρατών του Νότου σαν ποσοστό του ΑΕΠ δεν μεταβλήθηκαν σημαντικά από το 2001, έτος εισαγωγής του ευρώ, ως το 2008, έτος της παγκόσμιας κρίσης. Αντίθετα, τα ιδιωτικά τους χρέη, πάντα ως ποσοστό του ΑΕΠ, αυξήθηκαν δραματικά. Έτσι τα κρατικά ομόλογα του Νότου πέρασαν σταδιακά από τα χέρια των τραπεζών και των νοικοκυριών του Νότου όπου βρίσκονταν το 2001 στις τράπεζες του Βορρά.

Συγκεκριμένα η μελέτη διαπιστώνει ότι τα χρόνια του ευρώ το δημόσιο χρέος αυξήθηκε μόνο στην Ελλάδα κατά 7% του ΑΕΠ, ενώ στην Ιταλία και την Πορτογαλία παρέμεινε σταθερό και στην Ισπανία και την Ιρλανδία μειώθηκε σημαντικά. Αλλά η μεγάλη επιδείνωση των ισολογισμών του ιδιωτικού τομέα ο οποίος υπερδανείστηκε οδήγησε σε τεράστια αύξηση των εξωτερικών ελλειμμάτων και του εξωτερικού χρέους. Ο κινητήριος μοχλός της υπερχρέωσης, ήταν η αύξηση των στεγαστικών δανείων. Το 2001 τα νοικοκυριά του Νότου είχαν καταθέσεις, ομόλογα και μετοχές υψηλής αξίας και ελάχιστο χρέος. Εξαιτίας όμως των πολύ χαμηλών επιτοκίων της ΕΚΤ, – που ήταν αναντίστοιχα με τα υψηλά επίπεδα ανάπτυξης και πληθωρισμού του Νότου – τα νοικοκυριά της Ελλάδας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας βρέθηκαν να δανείζονται με αρνητικά πραγματικά επιτόκια, πήραν πολλά στεγαστικά δάνεια, υπερχρεώθηκαν στις εθνικές τους τράπεζες και μείωσαν τις τοποθετήσεις τους σε καταθέσεις και ομόλογα. Αντίστοιχα οι ελληνικές, ισπανικές, πορτογαλικές και άλλες τράπεζες του Νότου υπερχρεώθηκαν έναντι των τραπεζών του Βορρά που αγόραζαν κρατικά ομόλογα (κυρίως για την Ελλάδα και την Πορτογαλία), τραπεζικά ομόλογα (κυρίως για την Ιρλανδία και την Ισπανία) ή δάνειζαν ευθέως τις τράπεζες του Νότου. Έτσι το δημόσιο χρέος έφυγε από τα ελληνικά, πορτογαλικά, ισπανικά και άλλα χέρια και πέρασε στα χέρια των γερμανικών, γαλλικών, βελγικών κλπ τραπεζών και ασφαλιστικών οργανισμών. Ουσιαστικά οι χώρες του Νότου έχασαν την ιδιοκτησία του χρέους τους και βρέθηκαν με υπερχρεωμένα νοικοκυριά που νόμιζαν ότι διέθεταν ακριβά ακίνητα – ίσα για να ανακαλύψουν ότι με την έλευση της κρίσης οι τιμές των ακινήτων τους θα εισέρχονταν σε ελεύθερη πτώση, ενώ τα χρέη τους θα παρέμεναν στα ψηλά. 

Η μόνη χώρα που απέφυγε αυτή την παγίδα ήταν η Ιταλία. Αντίθετα, η χώρα με την μεγαλύτερη απώλεια ιδιοκτησίας του χρέους της ήταν η Ελλάδα. Το 2001, τα ελληνικά νοικοκυριά είχαν καταθέσεις, ομόλογα και μετοχές της τάξης του 131% του ΑΕΠ. Το 2009 πλέον, οι καταθέσεις, μετοχές, ομόλογα που βρίσκονταν στα χέρια των ελληνικών νοικοκυριών είχαν πέσει στο 59% του ΑΕΠ. Επρόκειτο για την πιο δραματική πτώση από όλες τις χώρες του Νότου. Στο ίδιο διάστημα τα χρέη των ελληνικών επιχειρήσεων για επιχειρηματικά δάνεια είχαν ανέλθει από τα 50 δις ευρώ του Ιανουαρίου 2002 σε 120 δις ευρώ τον Ιανουάριο 2009 (πολύ μεγάλη αύξηση 110% αλλά πιο φυσιολογική από των υπόλοιπων κατηγοριών δανείων), των νοικοκυριών για στεγαστικά δάνεια είχαν ανέλθει από τα 18 δις του Ιανουαρίου 2002 ευρώ σε 80 δις (αύξηση 350%) και για πιστωτικές κάρτες από τα 9 δις ευρώ του Ιανουαρίου 2002 σε 38 δις (αύξηση 320%). Έτσι το ελληνικό δημόσιο χρέος από εκεί που το 2001 βρίσκονταν κατά 60% σε ελληνικά χέρια και κατά 40% σε ξένα, το 2009 ανήκε μόνο 15% σε ελληνικά χέρια και κατά 85% σε ξένα. Η κατάληξη ήταν η χρεοκοπία.