Δημιούργησα αυτό το blog όταν έμεινα άνεργη. Αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου ως άνεργη του/λόγω ευρώ - δηλαδή ως eurounemployed. Γιατί; Τις παραμονές της εισόδου της Ελλάδας στο ευρώ, κυριαρχούσε μια ρητορική περί "ισχυρής Ελλάδας" και συμμετοχής της στον "πυρήνα της Ευρώπης" που θα έφερνε πλούτο - η οποία όμως δεν εξηγούσε πώς θα έρθει ο πλούτος. Τότε δεν έκανα οικονομικά, οπότε ρώτησα σχετικά φίλιες δυνάμεις οικονομικών συντακτών. Μου απάντησαν πως η συμμετοχή σε μια νομισματική ένωση αυξάνει τον συνολικό πλούτο, άρα επωφελούνται όλοι. Έστω, είπα, αλλά από τη στιγμή που ειδικώς η χώρα μας εισάγει όλο και περισσότερα από όσα εξάγει και χάνει διαρκώς παραγωγή, πώς θα ωφεληθεί από την ΟΝΕ; Κι αν αυτό γίνεται συνεχώς, δεν θα μας τελειώσουν κάποτε τα ευρώ; Πήρα μια απάντηση του τύπου "αυτό δεν έχει σημασία στα πλαίσια μιας νομισματικής ένωσης", η οποία δεν με ικανοποίησε. Πολλά χρόνια μετά, μάθαμε όλοι μας βιωματικά πως μια οικονομία με τα χαρακτηριστικά της ελληνικής, με τη συμμετοχή της σε μια νομισματική ένωση όπως η ΟΝΕ, υπερχρεώνεται και καταλήγει σε χρεοκοπία. Κι εγώ έμαθα ότι τα φαινομενικά απλοϊκά ερωτήματα που έθετα το 1999 περιέγραφαν το πρόβλημα του ισοζυγίου πληρωμών, που αποτέλεσε ένα από τα μείζονα προβλήματα του ευρώ, μια από τις βασικότερες αιτίες της κρίσης και το οποίο είχε συζητηθεί εκτεταμένα μεταξύ των οικονομολόγων κατά τη δεκαετία του 1990, όταν μεγάλο μέρος των δεινών που ζούμε σήμερα είχε προβλεφθεί - αλλά οι αλαζόνες πολιτικοί δεν έδιναν σημασία.
Να τι έγραφε ο οικονομολόγος Wynne Godley το 1992: "Τι θα συμβεί αν μια ολόκληρη χώρα – μια εν δυνάμει περιοχή σε μια πλήρως ολοκληρωμένη ένωση – υποστεί διαρθρωτική ύφεση; Όσο αυτή η χώρα αποτελεί ανεξάρτητο κράτος έχει τη δυνατότητα να υποτιμήσει το νόμισμά της. Στη συνέχεια μπορεί να συνεχίσει την οικονομική της δραστηριότητά επιτυχώς με πλήρη απασχόληση αν υποθέσουμε ότι ο κόσμος δεχτεί τις απαραίτητες μειώσεις στα πραγματικά του εισοδήματα. Σε μια οικονομική και νομισματική ένωση όμως, αυτή η δυνατότητα εμφανώς χάνεται και οι προοπτικές της χώρας επιβαρύνονται σοβαρά, εκτός κι αν υπάρξουν σοβαροί ομοσπονδιακοί δημοσιονομικοί διακανονισμοί που θα αναλάβουν να εκπληρώσουν έναν αναδιανεμητικό ρόλο (...). Αν μια χώρα ή μια περιοχή δεν έχει τη δυνατότητα να υποτιμήσει το νόμισμά της και δεν επωφελείται από ένα σύστημα δημοσιονομικών μεταβιβάσεων, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να σταματήσει μια διαδικασία σωρευτικής και ακραίας ύφεσης η οποία θα οδηγήσει στο τέλος στη μετανάστευση ως το μόνο εναλλακτικό δρόμο στη φτώχεια ή την πείνα". (Wynne Godley, Maastricht and All That. LRB,Vol 14. Nο 19 1992).

Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

Το ευρώ, ο Νότος και η Ελλάδα

Κυκλοφόρησε το βιβλίο μου με τίτλο "Το ευρώ, ο Νότος και η Ελλάδα. Έρευνες και προσεγγίσεις για την κρίση του Ευρωπαϊκού Νότου και τον ρόλο του ευρώ", από τις Μεταμεσονύχτιες Εκδόσεις. Πυρήνας του είναι μια σχολιασμένη παρουσίαση τεσσάρων ερευνητικών εργασιών από διεθνή κέντρα ερευνών, του ΔΝΤ συμπεριλαμβανομένου, για τις πραγματικές αιτίες της κρίσης του Νότου συνολικά, όπου η Ελλάδα αποτελεί υποσύνολο και όχι μια ξεχωριστή και ιδιαίτερη περίπτωση. Η έμφαση αποδίδεται στην ανάδειξη και εξήγηση του ρόλου του κοινού νομίσματος ως κύριου αιτιοπαθολογικού παράγοντα της κρίσης και των ειδικών μηχανισμών με τους οποίους αυτό συντελέστηκε. Πρόκειται για μια άποψη η οποία μπορεί να φαίνεται "αιρετική" στην Ελλάδα όπου το νόμισμα έχει θεωρηθεί ότι ανήκει στα "ιερά και τα όσια", όχι όμως και σε άλλες χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου. Για παράδειγμα στην Ιταλία, όπου ανάλογες αναλύσεις, π.χ. δια στόματος του οικονομολόγου Alberto Bagnai, συγγραφέα του βιβλίου Il Tramonto dell' Euro (Η Δύση του Ευρώ), φιλοξενούνται και τυγχάνουν συστηματικής προβολής στην τηλεόραση εν όψει των ευρωεκλογών της 25ης Μαΐου.
 
Το βασικό επιχείρημα του βιβλίου είναι ότι η κρίση του Ευρωπαϊκού Νότου (άρα και της Ελλάδας) αποτελεί απόρροια της δημιουργίας του κοινού νομίσματος. Η θέσπιση ενός ενιαίου νομίσματος και ο επακόλουθος ορισμός ενός ενιαίου επιτοκίου για τόσο πολλές και διαφορετικές οικονομίες, οι οποίες, συν τοις άλλοις, βρίσκονταν σε διαφορετική φάση του οικονομικού κύκλου, είχαν ως συνέπεια σε μια νομισματική ένωση που πίστευε στον απεριόριστο δανεισμό του ιδιωτικού τομέα με το επιχείρημα ότι αυτός θα φέρει σύγκλιση μεταξύ των οικονομιών, οι χώρες του Νότου να βρεθούν να δανείζονται επί μακρόν με αρνητικά πραγματικά επιτόκια, να αναπτύξουν φούσκες και να χάσουν την ανταγωνιστικότητά  τους. Στο βιβλίο αναλύονται ακόμη τα συστατικά στοιχεία της γερμανικής αφήγησης για την κρίση και αποδομούνται με στοιχεία, καθώς και η κρίση της Κύπρου, σε σύζευξη με τις παράλληλες εξελίξεις στο μέτωπο της ευρωπαϊκής τραπεζικής ένωσης, ως τα γεγονότα που κατέστησαν ιδιαίτερα καθαρό τον πιο κεκαλυμμένο ως τότε γερμανικό ηγεμονισμό στην Ευρωζώνη. 

Αποσπάσματα από τον Πρόλογο 

...Πυρήνας αυτού του βιβλίου είναι τέσσερις ακαδημαϊκές μελέτες από την παρακαταθήκη των οικονομικών αναλύσεων που θέλει να αγνοεί η Ευρώπη. Καρπός εργασίας αρκετών οικονομολόγων, προερχόμενων από μεγάλα ιδρύματα και οργανισμούς – τράπεζες της Ασίας, την Τράπεζα της Γαλλίας, το ΔΝΤ κλπ. –, οι μελέτες αυτές ανατέμνουν σε βάθος τα φαινόμενα που αποκλήθηκαν «κρίση ανταγωνιστικότητας» του Ευρωπαϊκού Νότου και «ανισορροπίες Βορρά-Νότου» που βρίσκονται στις ρίζες της κρίσης και καθώς συνομιλούν μεταξύ τους, συνθέτουν μια πολύ σημαντική γραμμή έρευνας και τεκμηρίωσης. Η γραμμή αυτή ξεκινά από τον έλεγχο της βασικής υπόθεσης περί «ανόδου του μοναδιαίου κόστους εργασίας» στο Νότο – που κατά το Βερολίνο συμπυκνώνει τις ευθύνες των κρατών του Νότου για την «κρίση τους» και αποτελεί τη βάση για τις συνταγές εσωτερικής υποτίμησης – και εξελίσσεται ως μια ριζικά ανατρεπτική αφήγηση που αποκαλύπτει ως μύθους όσα έχουν θεωρηθεί και προβληθεί μέχρι στιγμής ως δεδομένα για την κρίση. Αυτή η γραμμή έρευνας και τεκμηρίωσης:

• Αναδεικνύει τα επιστημολογικά προβλήματα της χρήσης του μοναδιαίου κόστους εργασίας – δείκτη που αφορά επιχειρήσεις και κλάδους – σε επίπεδο ολόκληρων εθνικών οικονομιών και προτείνει τον μετασχηματισμό του κατά τρόπο που τον μετατρέπει από εργαλείο στήριξης προβληματικών λογιστικών ασκήσεων σε εργαλείο χρήσιμης αποτίμησης παραγωγικών προτύπων.

• Διαψεύδει ότι το όντως υπαρκτό έλλειμμα ανταγωνιστικότητας και η υπερχρέωση της Ελλάδας και των άλλων χωρών του Νότου οφείλονται στην μεγάλη αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας. Δείχνει ότι ένα μέρος του προβλήματος του Νότου οφείλεται στη μεγάλη ανατίμηση του ευρώ μετά το 2003 κι ότι το υπόλοιπο έχει δημιουργηθεί εξωγενώς προς την ΟΝΕ, υπό την επιρροή των σχέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης με νέους εμπορικούς εταίρους – Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, Κίνα, πετρελαιοπαραγωγές χώρες – που επηρέασαν το Νότο με διαφορετικό τρόπο από το Βορρά λόγω της διαφορετικής τεχνολογικής σύστασης των εξαγωγών τους. Παράλληλα, δείχνει πως και η ίδια η δημιουργία του ευρώ λειτούργησε για τις χώρες του Νότου ως ασύμμετρο σοκ, λόγω της μεγάλης αύξησης της ροής δανειακών κεφαλαίων από Βορρά προς Νότο.

• Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το πρόβλημα των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου είναι η επιδείνωση της εξωτερικής ανταγωνιστικότητάς τους ως προς τους εμπορικούς εταίρους εντός και εκτός ΕΕ που έχουν εθνικά νομίσματα, γι’ αυτό και η εσωτερική υποτίμηση δεν τις βοηθά. Χρειάζονται πολιτικές που θα μοιράσουν το κόστος της προσαρμογής μεταξύ Βορρά και Νότου ή – καλύτερα – υποτίμηση του ευρώ.

• Τονίζει ότι η Ελλάδα και η Πορτογαλία πρέπει να διαχωρίζονται από την Ιταλία και την Ισπανία και ότι είναι χώρες πιασμένες σε παγίδα. Έκαναν το σφάλμα να εισέλθουν στο ευρώ με υπερτιμημένη ισοτιμία, γι’ αυτό επλήγησαν δραματικά από την ανατίμησή του, κι έχουν παραγωγή πολύ χαμηλής τεχνολογίας, άρα μείζον πρόβλημα ανταγωνισμού με τις φθηνές κινέζικες εισαγωγές στην Ευρώπη. Αν δεν θέλουν να αποκτήσουν κινέζικα μεροκάματα, η μόνη τους λύση είναι η ενεργητική βιομηχανική πολιτική με σκοπό την τεχνολογική αναβάθμιση της παραγωγής τους. [...] 

Τα ερωτήματα είναι δύο: Αντέχει ο πολιτικός κόσμος να πει την αλήθεια στους πολίτες: ότι το 2002 κοιμηθήκαμε με το όνειρο της Ευρώπης κλειδωμένοι σε ένα νόμισμα που έμελλε να γίνει πανάκριβο και το 2012 ξυπνάμε συνειδητοποιώντας ότι δεν μπορούμε να βασιστούμε στην Ευρώπη αλλά και πως δεν έχουμε εργαλεία να αντιμετωπίσουμε π.χ. τον κινέζικο ανταγωνισμό; Μπορεί να δημιουργηθεί άλλο οικονομικό μοντέλο γρήγορα και πώς;

Μήπως πρέπει να τεθεί ως προτεραιότητα η αντιμετώπιση του παραγωγικού και εμπορικού ελλείμματος με πολύ στοχευμένο τρόπο και σε βάρος άλλων στοχεύσεων; Με τι πολιτικές μπορεί να υλοποιηθεί ένα νέο παραγωγικό μοντέλο γρήγορα; Πώς μπορεί και οφείλει να συμβάλλει το δημόσιο, οι πολιτικοί και οι υπάλληλοί του, τι ρόλους μπορούν και πρέπει να αναλάβουν οι πολίτες; Μπορεί να στηριχθεί κεντρικά μια σοβαρή έξοδος αθηναϊκών πληθυσμών προς την επαρχία για ανάπτυξη της πρωτογενούς παραγωγής σε κλάδους που προσφέρονται για υποκατάσταση εισαγωγών; Μπορούν να βρεθούν εργαλεία και η βούληση να περιφρουρηθεί η εναπομείνασα εγχώρια βιομηχανία ως κλάδος ικανός να παράγει μεγαλύτερη εγχώρια προστιθέμενη αξία από την πρωτογενή παραγωγή; Υπάρχει περίπτωση να δούμε επιτέλους την έναρξη μιας σοβαρής συζήτησης για το ευρώ που θα εξηγεί στον κόσμο τον ειδικό χαρακτήρα του ως νομίσματος το οποίο η Ελλάδα μπορεί να προμηθευτεί μόνο με εξαγωγές και δάνεια και να ζητηθεί εθνική κοινωνική συστράτευση ώστε η οικονομία μας να πάψει να συμπεριφέρεται ως σουρωτήρι που χάνει ευρώ από παντού; Αφού δεν ελέγχουμε τη νομισματική και δημοσιονομική μας πολιτική, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη φορολογική; Για παράδειγμα, μπορούμε να διανοηθούμε διαφορετική φορολογία για ό,τι εισάγει χρήμα, ό,τι ανακυκλώνει και ό,τι εξάγει; Μπορεί η ελληνική οικονομία να αντέξει την τρέχουσα ισοτιμία του ευρώ; Μήπως πρέπει να επιστρέψουμε στη δραχμή και να συνεργαστούμε με την Ευρώπη πάνω σε αυτό τον στόχο ώστε η μετάβαση να είναι όσο το δυνατόν πιο ομαλή;  
                                                       
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ  
Μαριάννα Τόλια, Πρόλογος σελ. 7
Α.Δ. Παπαγιαννίδης, Πώς (μάλλον) πέσαμε στην χαραμάδα μιας αλλαγής υποδείγματος
σελ.15 

ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ
Στέφανος Μάνος, Η επίρριψη της ευθύνης στους ξένους σελ. 21 
Αλέκος Παπαδόπουλος, Πώς η Ελλάδα «κοιτάει» τον εαυτό της σελ. 23 
Γιώργος Παπανικολάου, Η ευθύνη των εγχώριων ηγεσιών απέναντι στο μέλλον σελ. 29 
Πέτρος Λινάρδος-Ρυλμόν, Προϋποθέσεις της ανασυγκρότησης μετά την επιτυχία του νεοφιλελεύθερου σχεδίου σελ. 37 
Γιάννης Τόλιος, Προβληματική για την οικονομία και το λαό η παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη σελ. 45

ΕΡΕΥΝΕΣ 
1. Ο «παιδαγωγικός ηγεμονισμός» της Γερμανίας και οι οικονομικοί πίνακες της Άνγκελας Μέρκελ σελ. 55 
2. Η πλάνη της αύξησης του μοναδιαίου κόστους εργασίας και γιατί ο Ευρωπαϊκός Νότος δεν χρειάζονταν εσωτερική υποτίμηση (Felipe, Kumar, “Unit Labor Costs in the Eurozone: The Competitiveness Debate Again”), σελ. 75 
3. Η δημιουργία του ευρώ ως «ασύμμετρο σοκ» για τον Ευρωπαϊκό Νότο, (Gaulier, Vicard, “Current Account imbalances in the Euro area: Competitiveness or demand shock?”) σελ. 91 
4. Η ανταγωνιστικότητα του Ευρωπαϊκού Νότου και ο ξεχασμένος μετασχηματισμός της ΕΕ (Grennes, Stradzs, “The Elephant in the Room in the EU Competitiveness Debate” σελ. 103 
5. Η ανατροπή όλων των μύθων της κρίσης (Chen, Milesi-Ferretti, Tressel, “External Imbalances in the Euro Area”, IMF WP, 12/236), σελ. 109

ΑΝΤΙ ΕΠΙΜΕΤΡΟΥ 
 «Επανανακαλύπτοντας» την Κύπρο και συνοψίζοντας σελ. 139

Να μην αποφεύγουμε να μιλάμε για την Ευρώπη

Πριν από καμπόσα χρόνια έλεγαν στην Αριστερά ότι η ανάλυση πρέπει να δίνει προτεραιότητα στις δομές και όχι στη σκανδαλολογία. Ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ δεν δίνει όμως την εντύπωση ότι βρίσκεται σε επαφή με τις αναλυτικές πρακτικές της ιστορικής μήτρας από την οποία προήλθε.

Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης συζήτησης του πολυνομοσχεδίου στη Βουλή, ο Αλέξης Τσίπρας κατέθεσε πρόταση μομφής κατά του υπουργού Οικονομικών. Οσα καταμαρτύρησε στην κυβέρνηση είναι σωστά: με το επίμαχο άρθρο 2, το ΤΧΣ μπορεί πράγματι να πουλήσει τη συμμετοχή του στις τράπεζες σε πολύ χαμηλότερη τιμή από αυτήν που πλήρωσε, άρα το Δημόσιο χάνει νομίμως αρκετά δισ. ευρώ και δημιουργείται μια μαύρη τρύπα την οποία θα πληρώσουμε εμείς. Επίσης τόνισε ορθά ότι το Δημόσιο της Ελλάδας θα είναι το μόνο που θα χάσει λεφτά από τη στήριξη που παρείχε στις τράπεζές του, ενώ σε άλλες χώρες, όπως οι ΗΠΑ και η Ισπανία, το κράτος έβγαλε λεφτά από αυτές τις στηρίξεις.

Κατά τα άλλα όμως ο Αλ. Τσίπρας αναλώθηκε στη σκανδαλολογία κι όταν έφτασε στις εξηγήσεις, μας εξέθεσε μια μάλλον εγωκεντρική (πολιτικά) αφήγηση: όλα γίνονται για να δημιουργηθούν τετελεσμένα στις τράπεζες πριν πάρει την εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ. Ας προσέξουμε τη διαφορά ανάμεσα στην εσωστρεφή αυτή αφήγηση και την αφήγηση του επίσης καταψηφίσαντος το επίμαχο άρθρο Γιώργου Παπανδρέου. Ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, αν και όχι τόσο καθαρά όσο θα έπρεπε, έδειξε τουλάχιστον προς τη σωστή κατεύθυνση: προς την Ευρώπη και την κατ’ όνομα ευρωπαϊκή τραπεζική ένωση.

Η αιτία της εσπευσμένης ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών με ζημία του ελληνικού Δημοσίου αποτελεί συνέπεια του νέου ευρωπαϊκού πλαισίου το οποίο αποτελεί μια καθαρά γερμανικής κοπής επιβεβαίωση της αρχής της εθνικής ευθύνης και σε επίπεδο τραπεζών· όχι κάποιας υποτιθέμενης προσπάθειας δημιουργίας τετελεσμένων για τον ΣΥΡΙΖΑ. Η ανάληψη της εποπτείας όλων των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών –εκτός των γερμανικών ταμιευτηρίων, βέβαια…– από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, κατ’ εφαρμογή του νέου πλαισίου, θα συνοδευτεί από τη διεξαγωγή τεστ αντοχής το φθινόπωρο του 2014 κι ώς τότε πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι ελληνικές τράπεζες θα δείχνουν «τακτοποιημένες». Προσοχή, στόχος είναι οι ελληνικές τράπεζες να δείχνουν τακτοποιημένες, όχι να τακτοποιηθούν πραγματικά. Αυτό δεν είναι εφικτό διότι η γερμανικής κοπής τραπεζική ένωση αποκλείει κάθε ενδεχόμενο ανακεφαλαιοποίησης των προβληματικών τραπεζών από ευρωπαϊκά ταμεία και το υπερχρεωμένο ελληνικό Δημόσιο πόσα λεφτά ακόμη να ρίξει στις τράπεζές του; Για όλους αυτούς τους λόγους ήταν που κυβέρνηση και τρόικα έσπευσαν να εκμεταλλευτούν την άφθονη ρευστότητα που έχει κατακλύσει εσχάτως την Ευρώπη και να αποκαταστήσουν μερικά ή τουλάχιστον επιφανειακά την κεφαλαιακή εικόνα των ελληνικών τραπεζών, εν ανάγκη και με μεγάλη ζημιά του Δημοσίου. Εκεί έχει καταλήξει η «Ευρώπη». Δεν νοιάζεται για τις ζημιές ούτε του δημόσιου ούτε του ιδιωτικού τομέα του κάθε μικρού κράτους-μέλους της. Προτεραιότητα μέσα στην κρίση έχει να σωθούν οι μεγάλοι και το σύστημα στο σύνολό του.

Και το ερώτημα που εύλογα ανακύπτει: αφού έτσι έχουν τα πράγματα, γιατί για ένα τόσο κομβικό ζήτημα –όπως έδειξε η επιλογή της μομφής– ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ, που έχει συν τοις άλλοις και την ιδιότητα του υποψήφιου ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, απέφυγε κάθε αναφορά στο ευρωπαϊκό πλαίσιο; Γιατί απέφυγε να συνδυάσει το ελληνικό με το ευρωπαϊκό και, συμπληρωματικά προς την προσπάθεια ανάδειξης του θεάτρου της εικονικής νεκρανάστασης της ελληνικής οικονομίας που παίζουν κυβέρνηση και Ευρωπαίοι σύμμαχοί της, δεν θέλησε να αποκαλύψει –κάτω από τις φιέστες των διαφόρων Eurogroup, Ecofin και άλλων συνόδων που φιλοξενούσαμε– και την εικονική πραγματικότητα της Ευρώπης, που λύνει τάχα τα προβλήματα των τραπεζών της καίγοντας δημόσιο χρήμα υπερχρεωμένων μελών;

Υποψιάζομαι ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θέλησε να αποφύγει κάθε αναφορά στους δομικούς καταναγκασμούς της Ευρώπης διότι η 20μηνη διαδρομή της διαπραγμάτευσης αναφορικά με την τραπεζική ένωση, από τις πρώτες ανακοινώσεις και την κατ’ αρχάς συμφωνία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου επ’ αυτής, τον Ιούνιο του 2012, έως την τελική, γερμανικής κοπής, συμφωνία της ελληνικής προεδρίας, τον Μάρτιο του 2014, αντιπροσωπεύει τρεις ήττες για ισάριθμα κομβικά σημεία της στρατηγικής της.

Η πρώτη ήττα αφορά την ιδέα μιας συμμαχίας του Νότου· η συμμαχία του Νότου το καλοκαίρι του 2012 φαινόταν πράγματι εφικτή και είχαμε δει κάποιες κινήσεις που υποχρέωσαν τη Γερμανία να αποδεχτεί την τραπεζική ένωση επί της αρχής, όμως μέσα σε ελάχιστους μήνες η όλη υπόθεση κατέληξε άδοξα. Η δεύτερη ήττα αφορά την προσδοκία για μια δικαιότερη κατανομή των βαρών της κρίσης μεταξύ Βορρά και Νότου που με την παρούσα μορφή τραπεζικής ένωσης χάνεται οριστικά· μη διασφαλίζοντας ούτε τις καταθέσεις ούτε τις τράπεζες του Νότου, το νέο τραπεζικό σχήμα της ευρωζώνης κλειδώνει τις χώρες αυτές, και πρωτίστως την πιο αδύναμη όλων Ελλάδα, σε παρατεταμένη ύφεση ή στασιμότητα. Και η τρίτη ήττα αφορά την ανεπιφύλακτη θεώρηση της Ευρώπης (αλλά και της ευρωζώνης) ως ευνοϊκότερου πεδίου ταξικής πάλης για τους εργαζόμενους, αντί του εθνικού, προοπτική που υπονομεύεται καίρια από την ακλόνητη επιμονή της Γερμανίας στις εθνικές στρατηγικές και την εθνική οικονομική ευθύνη.

Αργά ή γρήγορα ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να δει κατάματα τι πραγματικά γίνεται στην Ευρώπη και όχι τι θα ήθελε να γίνεται. Και να ανασχεδιάσει τη στρατηγική του.