Δημιούργησα αυτό το blog όταν έμεινα άνεργη. Αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου ως άνεργη του/λόγω ευρώ - δηλαδή ως eurounemployed. Γιατί; Τις παραμονές της εισόδου της Ελλάδας στο ευρώ, κυριαρχούσε μια ρητορική περί "ισχυρής Ελλάδας" και συμμετοχής της στον "πυρήνα της Ευρώπης" που θα έφερνε πλούτο - η οποία όμως δεν εξηγούσε πώς θα έρθει ο πλούτος. Τότε δεν έκανα οικονομικά, οπότε ρώτησα σχετικά φίλιες δυνάμεις οικονομικών συντακτών. Μου απάντησαν πως η συμμετοχή σε μια νομισματική ένωση αυξάνει τον συνολικό πλούτο, άρα επωφελούνται όλοι. Έστω, είπα, αλλά από τη στιγμή που ειδικώς η χώρα μας εισάγει όλο και περισσότερα από όσα εξάγει και χάνει διαρκώς παραγωγή, πώς θα ωφεληθεί από την ΟΝΕ; Κι αν αυτό γίνεται συνεχώς, δεν θα μας τελειώσουν κάποτε τα ευρώ; Πήρα μια απάντηση του τύπου "αυτό δεν έχει σημασία στα πλαίσια μιας νομισματικής ένωσης", η οποία δεν με ικανοποίησε. Πολλά χρόνια μετά, μάθαμε όλοι μας βιωματικά πως μια οικονομία με τα χαρακτηριστικά της ελληνικής, με τη συμμετοχή της σε μια νομισματική ένωση όπως η ΟΝΕ, υπερχρεώνεται και καταλήγει σε χρεοκοπία. Κι εγώ έμαθα ότι τα φαινομενικά απλοϊκά ερωτήματα που έθετα το 1999 περιέγραφαν το πρόβλημα του ισοζυγίου πληρωμών, που αποτέλεσε ένα από τα μείζονα προβλήματα του ευρώ, μια από τις βασικότερες αιτίες της κρίσης και το οποίο είχε συζητηθεί εκτεταμένα μεταξύ των οικονομολόγων κατά τη δεκαετία του 1990, όταν μεγάλο μέρος των δεινών που ζούμε σήμερα είχε προβλεφθεί - αλλά οι αλαζόνες πολιτικοί δεν έδιναν σημασία.
Να τι έγραφε ο οικονομολόγος Wynne Godley το 1992: "Τι θα συμβεί αν μια ολόκληρη χώρα – μια εν δυνάμει περιοχή σε μια πλήρως ολοκληρωμένη ένωση – υποστεί διαρθρωτική ύφεση; Όσο αυτή η χώρα αποτελεί ανεξάρτητο κράτος έχει τη δυνατότητα να υποτιμήσει το νόμισμά της. Στη συνέχεια μπορεί να συνεχίσει την οικονομική της δραστηριότητά επιτυχώς με πλήρη απασχόληση αν υποθέσουμε ότι ο κόσμος δεχτεί τις απαραίτητες μειώσεις στα πραγματικά του εισοδήματα. Σε μια οικονομική και νομισματική ένωση όμως, αυτή η δυνατότητα εμφανώς χάνεται και οι προοπτικές της χώρας επιβαρύνονται σοβαρά, εκτός κι αν υπάρξουν σοβαροί ομοσπονδιακοί δημοσιονομικοί διακανονισμοί που θα αναλάβουν να εκπληρώσουν έναν αναδιανεμητικό ρόλο (...). Αν μια χώρα ή μια περιοχή δεν έχει τη δυνατότητα να υποτιμήσει το νόμισμά της και δεν επωφελείται από ένα σύστημα δημοσιονομικών μεταβιβάσεων, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να σταματήσει μια διαδικασία σωρευτικής και ακραίας ύφεσης η οποία θα οδηγήσει στο τέλος στη μετανάστευση ως το μόνο εναλλακτικό δρόμο στη φτώχεια ή την πείνα". (Wynne Godley, Maastricht and All That. LRB,Vol 14. Nο 19 1992).

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014

Μαθήματα από την Ιταλία για τους έλληνες πολιτικούς

    Κατά την αποτίμηση των ευρωεκλογών, τα αποτελέσματα της Ιταλίας θεωρήθηκαν ως ο θρίαμβος του ευρωπαϊσμού. Η μεγάλη νίκη του Δημοκρατικού Κόμματος, υπό την ηγεσία του πρωθυπουργού και εκπροσώπου των δυνάμεων της ευρωπαϊκής σταθερότητας, Ματέο Ρέντσι, προβλήθηκε ως θρίαμβος των ευρωπαϊκών δυνάμεων σε βάρος των «κακών ευρωσκεπτικιστών και λαϊκιστών» – όχι μόνο του Γκρίλο και του Μπερλουσκόνι, αλλά και της Λεπέν στη Γαλλία, του Φάρατζ στη Μ. Βρετανία, του Αλ. Τσίπρα στην Ελλάδα. 


                                  Ένας εθνικός διάλογος για το ευρώ


    Τα ευρωπαϊκά πανηγύρια για τα ιταλικά αποτελέσματα είχαν, ωστόσο, έναν βαθύτερο λόγο: τον φόβο των ευρωπαϊκών ελίτ μπροστά στο κύμα ευρωαμφισβήτησης που σάρωσε  την Ιταλία κατά την προεκλογική περίοδο, ως συνέπεια της ανάδυσης ενός εθνικού δημόσιου διαλόγου για την οικονομία της γείτονος χώρας και τα προβλήματά της. Μιλώ για εθνικό δημόσιο διάλογο με όλη την έννοια του όρου: στην προεκλογική Ιταλία έγινε μια ευρεία δημόσια συζήτηση που συμπεριέλαβε όλα τα μίντια, και την τηλεόραση, φτάνοντας ως το κάθε σπίτι, με τη συμμετοχή ανθρώπων και εκτός πολιτικής, προερχόμενων από τη σφαίρα της οικονομικής θεωρίας και των επιχειρήσεων, αδιακρίτως ευρωπαϊστών και ευρωσκεπτικιστών. Με τη συμμετοχή, δηλαδή, ευρωσκεπτικιστών οικονομολόγων που ανέλυσαν σε πανεθνικό δίκτυο την αρνητική επιρροή του ευρώ στην ιταλική οικονομία και τον ρόλο του ως εμποδίου στην ανάκαμψη αλλά και ενεργών επιχειρηματιών που, βλέποντας τις επιχειρήσεις τους να χάνονται μέσα στη δίνη της πτώσης της ζήτησης, της αύξησης των φόρων και της αδυναμίας δανεισμού, φώναξαν υπέρ της αλλαγής των ευρωπαϊκών κι εθνικών πολιτικών. 
   Με δυο λόγια, η Ιταλία στάθηκε η μόνη χώρα του Ευρωπαϊκού Νότου που έκανε εκλογές με ευρωσκεπτικιστικά ΜΜΕ και μια κραυγή απόγνωσης της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας να αντηχεί, μέσω των τηλεοπτικών καναλιών, σε όλη τη χώρα.
   • Με τον Alberto Bagnai, καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας του Πανεπιστημίου Γκαμπριέλε Ντ’ Ανούντσιο, και συγγραφέα του μπεστ σέλερ “Il Tramonto dell’ Euro” (Η Δύση του Ευρώ), να αναδεικνύεται σε τηλεοπτικό αστέρα και να αντιμετωπίζει με επιτυχία βαριά πολιτικά ονόματα όπως τον επικεφαλής της ευρωλίστας Ρέντσι, Τζιάνι Πιτέλα, και τον φιλελεύθερο υποψήφιο για την Επιτροπή, Γκι Φερχόφσταντ. Υπό την επιρροή του Μπανιάι και άλλων συναδέλφων του, η ιταλική κοινή γνώμη μετακινήθηκε προς τον ευρωσκεπτικισμό, ο Γκρίλο μεταστράφηκε κατά του ευρώ κι ο Ματέο Ρέντσι υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει, έστω κι εμμέσως, το ρόλο του κοινού νομίσματος στην επιδείνωση της ιταλικής ανεργίας.  
  • Με την κραυγή αγωνίας των ιταλικών μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων για τη συντελούμενη στη γείτονα χώρα οικονομική και ανθρώπινη καταστροφή – η  οποία όμως, δεν έμεινε στο επίπεδο της χοντροκομμένης γκρίνιας για την «κακιά κυβέρνηση» και την «κακιά Ευρώπη», αλλά προσέλαβε στοιχεία ανάλυσης, εστίασε γόνιμα στο πρακτικό και συγκεκριμένο, στα πώς, τα γιατί και τα τι-πρέπει-να-αλλάξει των εθνικών και ευρωπαϊκών παθογενειών.


                                    Η κραυγή των μικρομεσαίων

.
   Οι Ιταλοί δημοσιογράφοι και οι επιχειρηματίες που κάλεσαν στις εκπομπές τους φώτισαν τις αρνητικές συνέπειες της αδυναμίας δανεισμού («ακόμη και οι κερδοφόρες επιχειρήσεις του Βένετο είναι αδύνατο να δανειστούν, έστω και με υψηλά επιτόκια»), που οδηγεί σε συρρίκνωση δραστηριοτήτων, απολύσεις, λουκέτα κι αυτοκτονίες. Μίλησαν για την αρνητική επιρροή της υπερφορολόγησης, («για κάθε 100 ευρώ που βγάζω τα 60 είναι φόροι, πώς να είμαι βιώσιμος») στην ανταγωνιστικότητα των ΜΜΕ οι οποίες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ιταλικής οικονομίας. Ανέδειξαν τα οικονομικά εμπόδια που προέρχονται από τις Βρυξέλλες, όπως οι διαρκείς απαιτήσεις για νέες πιστοποιήσεις τις οποίες μεγάλο μέρος των ιταλικών ΜΜΕ δεν μπορεί να ακολουθήσει μέσα στο σύγχρονο τοξικό κλίμα («Οι μικρές εταιρείες του κλάδου κλιματισμού στην Ιταλία δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε αυτά τα κόστη, μόνο οι γαλλικές μεσαίες το μπορούν»). Περιέγραψαν τις αδυναμίες των προτεινόμενων ευρωπαϊκών λύσεων για την αντιμετώπιση της κρίσης («Μας προτείνουν είσοδο σε νέες αγορές. Δεν γίνεται να αναζητήσω συμβόλαια στη Γαλλία υπ’ αυτές τις συνθήκες. Πώς να προσλάβω κάποιον όταν αμφιβάλω για το αν θα υπάρχω αύριο;») και μίλησαν για την πολύ περιορισμένη αποτελεσματικότητα των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, που υποτίθεται ότι, υπό τις σημερινές οικονομικές συνθήκες, αποτελούν τον κύριο ή και μοναδικό παράγοντα στήριξης των επιχειρήσεων του Νότου («Τα ευρωπαϊκά προγράμματα και οι χρηματοδοτήσεις, έτσι όπως λειτουργούν στην Ιταλία, δεν προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια ούτε στην απασχόληση ούτε στη στήριξη των μικρών επιχειρήσεων, διότι δεν συνδυάζονται με στοχευμένο τρόπο»).

                             Μείωση των φόρων στα χαμηλά εισοδήματα,

                                με μείωση του «κόστους της πολιτικής»



   Κι όμως, μέσα σε ένα τόσο ευρωσκεπτικιστικό κλίμα, ο Ματέο Ρέντσι πέτυχε μεγάλη  νίκη. Το πρωτοφανές 41% που συγκέντρωσε το κόμμα του – από 25% πέρσι – οφείλεται βεβαίως στην παρακμή του Σίλβιο Μπερλουσκόνι και στην άντληση ψήφων από την εκλογική δεξαμενή των ψηφοφόρων του Μάριο Μόντι του οποίου αποτελεί τον φυσικό συνεχιστή, μάλλον όμως οφείλεται και σε επιδοκιμασία των Ιταλών γιατί ό,τι ο ίδιος έκανε σωστά. Διότι στο διάστημα που προηγήθηκε των ευρωεκλογών, μέσα σε δύσκολες οικονομικές συνθήκες ο Ματέο Ρέντσι έκανε κάτι σωστά: εφάρμοσε μια συνεκτική πολιτική με οικονομικό νόημα η οποία συνδύαζε: 
  •  Μια προσωρινή συμβιβαστική συμφωνία με το Βερολίνο: ο Ιταλός πρωθυπουργός δεσμεύτηκε να μην αμφισβητήσει τους νέους, γερμανικής κοπής, κανόνες της Ευρωζώνης, ζητώντας σε αντάλλαγμα να του επιτραπεί μια πολύ αργή δημοσιονομική προσαρμογή. 
   • Τη μείωση των φόρων στα χαμηλά εισοδήματα προκειμένου να τονωθεί η εγχώρια κατανάλωση και να σταθεροποιηθεί η οικονομία, με τρόπο δημοσιονομικά ουδέτερο. Σε αντιστάθμισμα δρομολογήθηκε η μείωση των δημοσίων δαπανών – με τμήμα της να αφορά το «κόστος της πολιτικής», δηλαδή των υψηλών μισθών των κυβερνητικών στελεχών σε ΔΕΚΟ, δημόσιους οργανισμούς κλπ. 
    Δεν τα γράφω αυτά για να εκφράσω την πίστη μου στο Ματέο Ρέντσι – έτσι κι αλλιώς τα οικονομικά σύννεφα ξαναμαζεύονται πάνω από τη Ρώμη. Θέλω να προτείνω όμως το παράδειγμα του εθνικού διαλόγου και των κυβερνητικών επιλογών της Ιταλίας ως αντανακλαστικούς καθρέφτες που έχουν κάτι να μας αποκαλύψουν για τις δικές μας δημόσιες συζητήσεις και κυβερνητικές επιλογές. Όσα προβλήματα κι αν έχει η Ιταλία, ανταποκρίνεται στο πρότυπο του ευρωπαϊκού δημοκρατικού κράτους, αναπτύσσει εθνικούς διαλόγους και διαθέτει κυβερνήσεις που παλεύουν την κρίση με ορθολογικές πολιτικές. Εμείς τι είμαστε και τι κάνουμε;


                     Καμία συζήτηση για τη χρεοκοπία και τον ιδιωτικό τομέα;


   Είχαμε κι εμείς ευρωεκλογές μαζί με τους Ιταλούς και πριν από αυτές κάναμε τις δικές μας προεκλογικές συζητήσεις. Μόνο που στις δικές μας συζητήσεις, ιδίως τις τηλεοπτικές – οι οποίες είναι όμως και οι σημαντικότερες γιατί η τηλεόραση έχει μεγαλύτερη εμβέλεια από κάθε άλλο μέσο – κυριάρχησαν οι πολιτικοί, έλειψαν οι άνθρωποι της οικονομίας, των επιχειρήσεων και κάθε εναλλακτική φωνή. Αλλά αυτή η χαρακτηριστικά ελληνική υπερκυριαρχία του πολιτικού, η οποία διαπιστώνεται σε όλους τους θεσμούς, από τα ΜΜΕ ως τη δικαιοσύνη και τα πανεπιστήμια, δεν απέδωσε τίποτα που να έχει σχέση με εθνικό διάλογο· απέδωσε έναν στείρο κι επί της ουσίας καθαρά ψηφοθηρικό, επικοινωνιακό λόγο: λίγη ονοματολογία γύρω από τις ευρω-υποψηφιότητες των κομμάτων, άφθονες παραστάσεις πολιτικού θεάτρου και υψηλής οχλοβοής – απ’ αυτές που σε κάνουν να κλείνεις την τηλεόραση… –  και βαρετές – τις έχουμε ακούσει τόσες φορές που τις μάθαμε απέξω… – συζητήσεις με εναλλαγές ανάμεσα στα δοξαστικά κηρύγματα αισιοδοξίας για την ανάπτυξη που νάτην-έρχεται-φτάνει-στην επόμενη-στροφή-είναι της συγκυβέρνησης και την σε πολλά σημεία ορθή αλλά αδούλευτη κριτική-γκρίνια του ΣΥΡΙΖΑ.
   Ας δεχτούμε ότι εμείς δεν είχαμε τους ίδιους λόγους με την Ιταλία να συζητήσουμε σε εθνικό επίπεδο για το ευρώ. Οι κουβέντες αυτές έπρεπε να έχουν γίνει στην Ελλάδα παλαιότερα, προ PSI, αν και είναι πρόβλημα η γενικευμένη άγνοια αναφορικά με την αρνητική επιρροή του νομίσματος στην παραγωγική ανασυγκρότηση και τη μείωση της ανεργίας. Έστω λοιπόν ότι δεν είχαμε τους ίδιους λόγους να συζητήσουμε για το ευρώ, είχαμε όμως κάθε λόγο να συζητήσουμε για τη δημοσιονομική χρεοκοπία, η οποία είναι πάντα εδώ, μασκαρεμένη κάτω από τα 65 δις των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το δημόσιο και τα ελλείμματα των ασφαλιστικών ταμείων. Είχαμε επίσης κάθε λόγο να συζητήσουμε για τους τρόπους με τους οποίους το δημόσιο χρέος μεταφέρεται πάνω σε ό,τι συγκροτεί αυτό που λέμε ιδιωτικό τομέα της οικονομίας π.χ. στις ΜΜΕ, τους ΕΕ αλλά και τους άνεργους, επιδρά πάνω στους συντελεστές της παραγωγής, την αγορά ακινήτων και διαβρώνει ό,τι ζωντανό οικονομικά έχει απομείνει σε αυτή τη χώρα. Πάρα πολλά έπρεπε να συζητήσουμε αλλά οι πολιτικοί που ήταν οι καλεσμένοι των τηλεοπτικών εκπομπών το απέφυγαν: δεν μίλησαν για τους μηχανισμούς καταστροφής του ιδιωτικού τομέα, ούτε για την αναποτελεσματικότητα των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, ούτε για τις εθνικές παθογένειες, τίποτα πρακτικό, τίποτα συγκεκριμένο, καμιά μέριμνα για αλλαγές ώστε να σωθεί αν κάτι μπορεί να σωθεί… 
   Εν πάση περιπτώσει, με αυτά και με αυτά έφτασε η 25η Μαΐου και η λαϊκή ψήφος ανέδειξε νικητή των ευρωεκλογών τον ΣΥΡΙΖΑ και τις δυνάμεις της ευρωπαϊκής σταθερότητας στην Ελλάδα ηττημένες. Από την επαύριο των εκλογών, βεβαίως, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ άρχισαν μια προσπάθεια να υποβαθμίσουν την ήττα τους, αλλά η απώλεια 10 ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με τις εκλογές του 2012 δείχνει λαϊκή αποδοκιμασία επειδή η συμπολίτευση μάλλον κάνει κάτι στραβά. Κι όντως η συμπολίτευση κάτι κάνει στραβά: μέσα σε συνθήκες κόκκινου συναγερμού, – σε αντίθεση με τον Ματέο Ρέντσι – εφαρμόζει μια πολιτική χωρίς συνοχή και οικονομική λογική η οποία οδηγεί τη χώρα στην κατάρρευση…

                                  Μια πολιτική χωρίς συνοχή

                                       και οικονομικό νόημα


    Καλώς ή κακώς, όταν στο διάστημα 2010-2012 η Ελλάδα ήρθε αντιμέτωπη με το φάσμα της χρεοκοπίας, οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ έκαναν μια επιλογή: της παραμονής στο ευρώ και στην ΕΕ, με κούρεμα του δημόσιου ομολογιακού χρέους προς τα ιδιωτικά πιστωτικά ιδρύματα και μετατροπή του σε ευρωπαϊκά διακρατικά δάνεια.
    Η επιλογή αυτή είχε πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Τα πλεονεκτήματά της ήταν ότι  διακύβευε λιγότερο την εσωτερική σταθερότητα και τις σχέσεις με την Ευρώπη, διατηρούσε άθικτες τις καταθέσεις κι επέτρεπε στην ελληνική οικονομία να ξεφουσκώσει με πιο αργούς ρυθμούς. Το μειονέκτημά της ήταν εγκλώβιζε μακροπρόθεσμα τη χώρα σε μια συνθήκη υφεσιακών και μόνον δυναμικών. Πώς να ανακάμψει μια χρεοκοπημένη χώρα, με ανοιχτή οικονομία, σκληρό νόμισμα, υψηλές δημόσιες δαπάνες, μεγάλο εξωτερικό χρέος, ανεπαρκή χρηματοδότηση και παραγωγή προϊόντων χαμηλής προστιθέμενης αξίας; Αφ’ ής στιγμής έγινε η επιλογή του ευρώ, η μόνη πολιτική με οικονομικό νόημα περιλάμβανε την αποφασιστική μείωση των δημοσίων δαπανών, την ολοκλήρωση της εσωτερικής υποτίμησης και τη βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος ώστε να υπάρξουν πολλές νέες επενδύσεις.
   Η μείωση των δαπανών θα έπρεπε να είναι ο πρώτος στόχος επειδή αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την επιδίωξη των άλλων δύο, δύσκολα όμως επιτυγχάνεται όταν έχεις  βγάλει τόσο κόσμο στη σύνταξη. Θα γινόταν πιο εφικτή αν τα πολιτικά κόμματα παραιτούνταν από τις επικοινωνιακές κυνομαχίες και συνεννοούνταν, δίνοντας τα ίδια πρώτα  το καλό παράδειγμα με τη δραστική μείωση του «κόστους της πολιτικής» – γιατί ο Ρέντσι το διανοείται αλλά οι έλληνες πολιτικοί όχι; Αν μειωθούν οι δημόσιες δαπάνες, μπορεί να ολοκληρωθεί η εσωτερική υποτίμηση ώστε να μειωθούν όλα τα κόστη – εισφορών, ενέργειας, μεταφορών-διοδίων, μεταπρατικών αλυσίδων κλπ. – όχι βέβαια χωρίς συγκρούσεις και προβλήματα σε κάποιους κλάδους. Τα της βελτίωσης του επενδυτικού περιβάλλοντος είναι θέμα πολιτικής βούλησης και αφορά πράγματα γνωστά και πολυσυζητημένα: γραφειοκρατία, διαφθορά, ταχεία απονομή δικαιοσύνης κλπ.
   Να όμως που σήμερα, δύο χρόνια μετά το PSI και τις εκλογές του 2012, τίποτα από όλα αυτά δεν έχει γίνει. Οι δημόσιες δαπάνες διατηρούνται ψηλά, παρομοίως και όλα τα κόστη  – πλην μισθών – ενώ λείπουν οι ουσιαστικές βελτιώσεις και στο επενδυτικό περιβάλλον. Γινόμαστε βεβαίως μάρτυρες μιας θέσπισης ή ad hoc αναγνώρισης προνομιακών εξαιρέσεων και ευνοϊκών διαδικασιών προς ελάχιστους μεγάλους οικονομικούς παίκτες, αλλά για τους υπόλοιπους κυριαρχεί το χάος και το ανελέητο φοροκυνηγητό. 
   Και κάπως έτσι καταλήγουμε στην τρέχουσα μιζέρια: όποιος μπορεί να φεύγει, όσες ΜΜΕ και ΕΕ δεν αντέχουν να δίνουν το 60% του τζίρου τους στο κράτος να εγκαταλείπουν δραστηριότητες και να κλείνουν βιβλία, οι άνεργοι να παραληρούν με την τεκμαρτή φορολόγηση και τους φόρους στα ακίνητα σε μια ανύπαρκτη αγορά, ο κοινωνικός ιστός να έχει διαρραγεί, το μίσος να βράζει και κανείς μα κανείς να μην καταλαβαίνει αν οι δυνάμεις της συγκυβέρνησης αντιλαμβάνονται κάτι πέρα από τα νούμερα του προϋπολογισμού και τι τις κάνει να πιστεύουν ότι θα σταθεί τα πόδια της μια οικονομία που παράγει ζημιές αντί για κέρδη κι όπου άπαντες οι μικροί – εργαζόμενοι, ΕΕ, επιχειρηματίες – ψάχνουν επί ματαίω τρόπους να καλύψουν τους ευρωπαϊκού επιπέδου φόρους τους με τα όλο και λιγότερα ευρώ που κυκλοφορούν εντός της ελληνικής επικράτειας. 


                                             Το μετεκλογικό κερασάκι


   Κι όποιος ελπίζει να αλλάξει κάτι προς το καλύτερο στο άμεσο μέλλον, ας το ξεχάσει.  Αφού περίμενε καμιά βδομάδα τις αναλύσεις των δημοσκόπων για την κοινωνική και ταξική σύνθεση της ψήφου, ο μεγάλος εταίρος του κυβερνητικού συνασπισμού κυκλοφόρησε ένα non paper με το μήνυμα των εκλογών όπου συμπέρανε ότι όλα βαίνουν καλώς, με ελάχιστες μόνο φορολογικές αδικίες οι οποίες θα διορθωθούν. Μόνο που οι αδικίες που εντόπισε η ΝΔ δεν αφορούν τους έχοντες μηδενικά εισοδήματα, ή τις απαξιωμένες κατοικίες 60 και 70 ετών ή τη φορολογία των ΕΕ – παρόμοιες σκέψεις θα σήμαιναν ασκώ οικονομική πολιτική με οικονομικά ή έστω κοινωνικά κριτήρια αλλά αυτό, καθώς φαίνεται, η ΝΔ το θεωρεί ανορθολογικό. Οι αδικίες αφορούν τους αγρότες και τη μεσαία τάξη – δηλαδή στρώματα που η ΝΔ είτε διεκδικεί παραδοσιακά είτε την υπερψήφισαν έναντι του ΣΥΡΙΖΑ, άρα ετοιμάζει γι’  αυτά χατιράκια ώστε να διασφαλίσει την μελλοντική ψήφο τους…
   Φάε τη σκόνη μας Ρέντσι… το ελληνικό πολιτικό σύστημα της λαϊκής πελατοκρατίας και του ολιγαρχικού κορπορατισμού σε χαιρετά.
    ΥΓ. Η καταστροφή της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, προφανώς, θα συνεχιστεί…
 

Ευρώπη: «Χαιρετίσματα λοιπόν στην ανεργία»

        • Προς τι η τόση ένδεια προτάσεων για την ανεργία από τους υποψηφίους για την  Κομισιόν;

   • Μήπως σε ένδειξη συμπαράστασης προς τη φτώχεια των 27 εκατομμυρίων  Ευρωπαίων ανέργων; 

 

  Ενδεχομένως να είναι ανόητο να τρέφει κανείς άλλες ελπίδες για την Ευρώπη, φαίνεται όμως πως η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία… Όπως και χιλιάδες έλληνες και ευρωπαίοι πολίτες, παρακολούθησα κι εγώ το ευρωντιμπέιτ – ομολογώ με μια μικρή αγωνία ανάμικτη με προσδοκία για κάτι που θα έδειχνε ότι υπάρχει φως στον ορίζοντα. Μάταιος κόπος… Σύμφωνα με τη δημοσιογραφική ομάδα που το οργάνωσε, το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ευρώπης είναι τα 27 εκατομμύρια των ανέργων της. Με την άποψη αυτή δεν διαφώνησε κανείς από τους πέντε υποψήφιους, Σκα Κέλερ των Πρασίνων, Αλέξη Τσίπρα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς,, Μάρτιν Σουλτς των Σοσιαλιστών-Δημοκρατών, Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, Γκι Φερχόφσταντ των Φιλελεύθερων-Δημοκρατών.
   Όταν όμως άρχισαν να περιγράφουν καθείς από τους υποψηφίους τον τρόπο με τον οποίο προτείνει ή σκοπεύει να αντιμετωπίσει την ανεργία και διαφάνηκε ο βαθμός προσήλωσής τους σε μετέωρα ιδεολογήματα, η αδυναμία ή (μήπως;) η άρνησή τους να αντιληφθούν τις ευρωπαϊκές αντιφάσεις, η απροθυμία τους να αγγίξουν ό,τι «καίει», η προθυμία τους να σπρώξουν τα σκουπίδια κάτω από το χαλί, ήταν τόσο μεγάλη η απογοήτευση… Είναι βαρύ να βλέπεις τους υποψηφίους μιας νέας πολιτικής διαδικασίας να αναλώνονται σε πολιτικά ποιήματα· η πασιφανής έλλειψη πραγματισμού δεν προοιωνίζει τίποτα καλό για την Ευρώπη. Και για να γίνω πιο συγκεκριμένη:
                          

                      Η αφέλεια των Πρασίνων και το κόστος ανεργίας των ΑΠΕ


   Η εκπρόσωπος των Πρασίνων Σκα Κέλερ μας είπε ότι η ανεργία μπορεί και πρέπει να αντιμετωπιστεί με τη δημιουργία νέων πράσινων θέσεων εργασίας, με επενδύσεις στις ΑΠΕ και την παιδεία και με τερματισμό της λιτότητας. Σωστή η θέση περί ανάγκης για τέλος στη λιτότητα, μετέωρη όμως και καθαρό ευχολόγιο μέσα σε μια Ευρώπη που δια των θεσμικών αλλαγών τις οποίες υιοθέτησε την τελευταία τριετία, κινείται σε άλλη τροχιά. Μιλώ για το Σύμφωνο Δημοσιονομικής Σταθερότητας το οποίο θεσμοποίησε την προτεραιότητα της δημοσιονομικής πειθαρχίας, πάσει θυσία, ακόμη και σε συνθήκες ύφεσης, και το επιλεγμένο σχήμα της ευρωπαϊκής τραπεζικής ένωσης που δεν έλυσε τον γόρδιο δεσμό μεταξύ αδύναμων κρατών και αδύναμων τραπεζών και δεν θα επιτρέψει τη στήριξη της ανάπτυξης στον μαστιζόμενο από την ανεργία Νότο μέσα στα επόμενα 2-3 χρόνια. Τι νόημα έχει όμως η πολιτική αν περιορίζεται στα ευχολόγια και γιατί οι Πράσινοι, εφόσον, όπως λένε, διαφωνούν με τη λιτότητα, αποφεύγουν την άσκηση σοβαρής κριτικής στην τρέχουσα ευρωπαϊκή πραγματικότητα;
    Κι έστω ότι αυτή η πρώτη αδυναμία τους είναι συγχωρητέα, επειδή οι οικονομικές αναλύσεις δεν είναι το φόρτε τους – αν και το πιθανότερο είναι ότι τις αποφεύγουν για να  κρατούν τις ισορροπίες μεταξύ καπιταλισμού και αριστεράς. Πώς είναι όμως δυνατόν να υποστηρίζουν ότι η λύση της Ευρώπης για την αντιμετώπιση της ανεργίας είναι η επένδυση στις ΑΠΕ, μετά την καταγραφή όλων των αρνητικών επιπτώσεων των ακριβών πράσινων πολιτικών στην ευρωπαϊκή οικονομία και απασχόληση; Είναι σαν οι νεοφιλελεύθεροι να αρνούνται την κρίση του 2008-09!.. Καλώς ή κακώς, η Ευρώπη αποτελεί τη μόνη μεγάλη οικονομική περιφέρεια που χάρη στην ώθηση των Πρασίνων, υιοθέτησε εδώ και πολλά χρόνια μια δεσμευτική πολιτική υπέρ των ΑΠΕ, με επιδότησή της από νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Οι συνέπειες ήταν η εκτίναξη του ενεργειακού κόστους, το τίναγμα στον αέρα των εθνικών λογαριασμών ενέργειας πολλών χωρών (με βεβαιότητα Ελλάδας, Πορτογαλίας, Ισπανίας, Γερμανίας ενδεχομένως και άλλων), η δημιουργία άνισων συνθηκών ανταγωνισμού ανάμεσα στις χώρες (π.χ. η Γερμανία, επειδή μπορεί, παραβιάζει τους κανόνες του ανταγωνισμού κι επιδοτεί την ενεργοβόρα βιομηχανία της, η Ελλάδα δεν μπορεί και δεν το κάνει), η φυγή θέσεων εργασίας σε άλλες ηπείρους (π.χ. λουκέτα σε ενεργοβόρες βιομηχανίες του Βελγίου, της Ελλάδας, ίδρυση νέας μονάδας της BMW για την κατασκευή του νέου ηλεκτρικού μοντέλου από ανθρακονήματα στις ΗΠΑ κλπ.). Για να μην μακρηγορώ: το πράσινο επιχείρημα για την αντιμετώπιση της ευρωπαϊκής ανεργίας μέσω των ΑΠΕ, έτσι από μόνο του, ελέγχεται ως αφελές και υποκριτικό. Μπορεί να υποστηριχθεί αν συνδυαστεί με επιχειρήματα πολιτικού και οικονομικού χαρακτήρα, όπως η εισαγωγή δασμών έναντι των χωρών που δεν εφαρμόζουν αντίστοιχες ακριβές πράσινες πολιτικές ή η υποτίμηση του ευρώ προκειμένου να συμφέρει η παραγωγή στην Ευρώπη, παρά τα συνολικά αυξημένα ενεργειακά κόστη της – δηλαδή σενάρια που απεχθάνεται η Γερμανία, η πατρίδα της Σκα Κέλερ… Οι πράσινες πολιτικές δεν είναι κακές, η πράσινη αφέλεια, όμως, λύσεις για τα 27 εκατομμύρια ανέργων της Ευρώπης δεν δίνει.  

                                   Το πολιτικό κενό της Ευρωπαϊκής Αριστεράς

    Ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ) Αλέξης Τσίπρας μας είπε ότι η ανεργία μπορεί να αντιμετωπιστεί αν η Ευρώπη εγκαταλείψει τη λιτότητα, δώσει έμφαση στην ανάπτυξη μέσα από την τόνωση της ζήτησης, υιοθετήσει μια λύση διαγραφής του χρέους κατά τα πρότυπα της συνόδου του 1953 η οποία διέγραψε το χρέος της μεταπολεμικής Γερμανίας και προωθήσει ένα new deal για την απασχόληση. Ο υποψήφιος του ΚΕΑ  εστίασε με σαφήνεια στο οικονομικό και πολιτικό, ούτε κι αυτός όμως πήγε πέρα από τα ευχολόγια. Κατά την ουσία του μάλιστα το μήνυμα Τσίπρα δεν ήταν καν συνταγή για μείωση της ανεργίας· ήταν παράθεση ασύνδετων μεταξύ τους πολιτικών, που φωτογράφιζαν ιστορικές επιλογές με ισχυρό συμβολικό χαρακτήρα από διάφορες άσχετες μεταξύ τους συγκυρίες οι οποίες εμφανίζουν κάποιες αναλογίες με διάφορες όψεις του ελληνικού προβλήματος – όχι εν γένει του ευρωπαϊκού, ειδικώς του ελληνικού. Λίγο από Αμερική του 30, λίγο από Γερμανία του 53, λίγο από Κέινς, και να η συνταγή του ΚΕΑ… Να διαγραφούν τα χρέη, ναι… αλλά ποια χρέη, με ποια λογική και με ποια επιχειρήματα; Να τονωθεί η ζήτηση, ναι … αλλά με ποιο τρόπο, σε ποιες χώρες, σε κάποιες, σε όλες; Και με ποιο τρόπο θα γίνουν αυτά όταν η Ευρώπη έχει ήδη επιλέξει τη δημοσιονομική πειθαρχία, την εθνική ευθύνη για τα χρέη και τον αποπληθωρισμό;  Το new deal για την απασχόληση στην Ευρώπη τι ακριβώς σημαίνει;
    Στην αφήγηση της Ευρωπαϊκής Αριστεράς για την ανεργία, όπως διατυπώθηκε δια στόματος Τσίπρα, διεφάνη ένα μεγάλο πολιτικό κενό, που, κατά τη γνώμη μου, προκύπτει ως ευθεία συνέπεια της βούλησης της αριστεράς για ολοκληρωτική αμφισβήτηση της τρέχουσας Ευρώπης, με διατήρηση όμως της δέσμευσής της στο ευρωπαϊκό σχέδιο. Η ΕΕ παραμένει ιερή στο όνομα μιας φανταστικής Ευρώπης που κάπως είναι εφικτή, αλλά το πώς παραμένει  ασαφές, δεν εξηγείται. Τόση είναι η προσήλωση της Ευρωπαϊκής Αριστεράς στην Ευρώπη που προτιμά να παραμείνει μετέωρη κολυμπώντας στο πέλαγος του ιστορικού εκλεκτικισμού παρά να μπολιαστεί με τις στέρεες αναλύσεις επί του συγκεκριμένου και του σύγχρονου, δηλαδή επί της αποτυχίας του σχεδίου του ευρώ και του ρόλου του στην κρίση τις οποίες έχουν καταθέσει οικονομολόγοι από διάφορες χώρες του Νότου· αναλύσεις οι οποίες ναι μεν υποστηρίζουν με πολύ μεγαλύτερη σαφήνεια τη διαγραφή χρεών αλλά ως επιστέγασμα της διάλυσης του ευρώ που θεωρείται ως κύριος παράγοντας γενίκευσης της ανεργίας στο Νότο. Με τέτοια άρνηση απέναντι στο ευρωπαϊκό αδιέξοδο, τι λύσεις όμως να φέρει το ΚΕΑ στα 27 εκατομμύρια των ανέργων;

 

                                        Η ατολμία του Σουλτς


   Ο εκπρόσωπος των Σοσιαλιστών/Δημοκρατών (όπου ανήκουν το ΠΑΣΟΚ/Ελιά, η ΔΗΜΑΡ, φαντάζομαι θα ενταχθεί και το Ποτάμι) Μάρτιν Σουλτς επέλεξε να μας πει τα  εύκολα και προφανή: ότι η ανεργία στην Ευρώπη, όπου υπάρχει, (δεν θέλησε να διακρίνει Βορρά-Νότο) συνδέεται με την αδυναμία των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων να έχουν πρόσβαση σε δανεισμό. Αν, κατά συνέπεια, υπάρξει πρόβλεψη να δοθούν δάνεια στις ΜΜΕ που θα συνοδευτούν από μειώσεις επιτοκίων ως δεσμευτικό κίνητρο για να γίνουν προσλήψεις, το πρόβλημα θα λυθεί. Τι καλά που θα ήταν να ήταν τόσο απλά τα πράγματα! Δεν είναι όμως…
   Η σκληρή πραγματικότητα είναι πως η εκδοχή τραπεζικής ένωσης που προέκρινε η Ευρώπη, κατόπιν της ακλόνητης επιμονής του Βερολίνου για ολοκληρωτική κατίσχυση της αρχής της εθνικής ευθύνης, δεν έλυσε το πρόβλημα των αδύναμων τραπεζών του Νότου – μόνο η πρόσφατη αύξηση της ροής κεφαλαίων από τις αναδυόμενες τις βοήθησε – και γι’ αυτό ο δανεισμός των επιχειρήσεων του Νότου θα παραμείνει συμπιεσμένος αρκετό καιρό ακόμη. Αυτό θεώρησε καλύτερο να μην το πει ο Σουλτς. Παρέλειψε επίσης ο Γερμανός υποψήφιος των Σοσιαλιστών-Δημοκρατών να πει – αν το έχει συνειδητοποιήσει… – ότι η Ευρωζώνη δεν έχει σήμερα στρατηγική ανάπτυξης ικανή να αντικαταστήσει το αναπτυξιακό μοντέλο της πρώτης δεκαετίας του ευρώ – που βασίζονταν στον απεριόριστο δανεισμό του ιδιωτικού τομέα ο οποίος, υποτίθεται, ότι θα οδηγούσε σε σύγκλιση αλλά οδήγησε σε φούσκες… Παρέλειψε, τέλος, να αναγνωρίσει πως η λογική τού να γίνουν όλοι στην Ευρώπη Γερμανία, άρα να αναπτυχθούν μέσα από εξαγωγές, έχει ήδη οδηγήσει και θα διατηρήσει την ευρωπαϊκή οικονομία σε χαμηλές πτήσεις για πολύ καιρό, άρα δεν θα παράγει θέσεις εργασίες ικανές να απορροφήσουν τα πολλά εκατομμύρια των ανέργων του Νότου.
   Ok, δεκτόν, παραλογίζομαι: ήταν ποτέ δυνατόν ο Γερμανός υποψήφιος των Σοσιαλιστών- Δημοκρατών, έχοντας σίγουρη την εκλογή του στην Κομισιόν, να αμφισβητήσει τις εθνικές επιλογές της χώρας του οι οποίες όρισαν τις νέες κατευθύνσεις της Ευρώπης και να ενοχλήσει, έτσι, και την Άνγκελα Μέρκελ η οποία έχει ρητά δηλώσει ότι το Συμβούλιο – στο οποίο η ίδια κυριαρχεί – διατηρεί τον τελικό λόγο επί του ορισμού του προέδρου της Επιτροπής; Όχι, ο Σουλτς δεν θα ήθελε να διακινδυνεύσει την εκλογή του. Για να το σκεφτούμε όμως καλύτερα: δεν θα αντιπροσώπευε μια ελπίδα για το μέλλον της Ευρώπης μια τολμηρή αναφορά του φαβορί για την Κομισιόν στην ανάγκη της Ευρώπης για μια νέα στρατηγική ανάπτυξης, μέσω υποτίμησης του ευρώ όπως ζητούν οι Γάλλοι κι οι Ιταλοί;  Ένας ήπιος πληθωρισμός δεν είναι προς όφελος της εργασίας – την οποία υποστηρίζουν υποτίθεται οι Σοσιαλδημοκράτες – και σε βάρος του κεφαλαίου; Αν ναι, γιατί παραμένει ταμπού;  

                      Η (προβληματική) ευρωπαϊκή ορθοδοξία του Γιουνκέρ


    Ο υποψήφιος του ΕΛΚ (όπου ανήκει η Νέα Δημοκρατία) Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ μας είπε όλα όσα αποτελούν την (προβληματική) ευρωπαϊκή ορθοδοξία, είχε όμως κι ένα καλό: ήταν πρακτικός και συγκεκριμένος. Όντως, αναγνώρισε ο Γιουνκέρ, επείγει η αντιμετώπιση της ανεργίας στην Ευρώπη κι αυτό μπορεί να γίνει με δυο τρόπους. Σε ό,τι αφορά ειδικώς την ανεργία των νέων, η λύση μπορεί να δοθεί με την εσωτερική κινητικότητα, τη μετανάστευση των νέων από τις χώρες υψηλής ανεργίας σε χώρες χαμηλής ανεργίας, με τη βοήθεια και των σπουδών στο εξωτερικό που διευκολύνονται από τα ευρωπαϊκά προγράμματα. Σε ό,τι αφορά το γενικότερο πρόβλημα της ανεργίας, συνέχισε, αφ’ ής στιγμής η Ευρώπη συσσώρευσε υψηλά χρέη και έχει δεμένα τα χέρια της από επενδυτικής άποψης, η λύση βρίσκεται στη συμφωνία μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ για το εμπόριο και τις επενδύσεις, η οποία μπορεί να προσθέσει δουλειές και επιπλέον ετήσια έσοδα 500 ευρώ ανά Ευρωπαίο.
    Για το ότι τα ευρωπαϊκά προγράμματα σπουδών βοηθούν στη μετανάστευση των νέων από χώρες του Νότου σε χώρες του Βορρά και άρα σε κάποια μείωση της ανεργίας τους ως ειδικής ομάδας, δεν υπάρχει αμφιβολία. Από την άλλη πλευρά, εξίσου αληθές είναι ότι η ελεύθερη κινητικότητα των εργαζομένων εντός ΕΕ δεν αποδίδει αρκετά, πως οι διαφορές της γλώσσας παραμένουν εμπόδιο για τη μεγάλη πλειοψηφία των νέων και των μεγαλύτερων σε ηλικία ανέργων και πως οι περισσότεροι άνεργοι της Ισπανίας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας (και της Ελλάδας μέχρι να πέσει η Κύπρος…) που βρήκαν μια άκρη, την βρήκαν εκτός Ενωμένης Ευρώπης, σε χώρες με τις οποίες μοιράζονταν την ίδια γλώσσα. Και βέβαια, ας μην ξεχνάμε πως όλη αυτή η ανταλλαγή πληθυσμών που συντελείται στο όνομα της Ευρώπης, με τη φυγή μορφωμένων πληθυσμών από το Νότο προς το Βορρά ένεκα της ανεργίας, σε συνδυασμό με την παγίδευση αραβικών, αφρικανικών και ασιατικών  πληθυσμών μεταναστών και προσφύγων χωρίς πόρους ζωής στις φτωχοποιημένες χώρες του Νότου ένεκα της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής, δεν κάνει κανέναν ευτυχισμένο. Αντιθέτως, δημιουργεί ισχυρές εντάσεις μέσα στις κοινωνίες και, τουλάχιστον στην Ιταλία και την Ελλάδα, θρέφει την ακροδεξιά. 
    Από την άλλη μεριά, σε πλήρη αντίθεση με τους ισχυρισμούς Γιουνκέρ, η υπό διαπραγμάτευση συμφωνία ΗΠΑ-ΕΕ, όπως τα ίδια τα επίσημα ευρωπαϊκά έγγραφα αποκαλύπτουν (Impact Assessment Report on the future of EU-US trade relations, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ιδίως παράγραφος 5.9.2) δεν αναμένεται να αυξήσει την απασχόληση στην Ευρώπη. Μόνο μετατοπίσεις θέσεων εργασίας θα προκαλέσει ανάμεσα στους διάφορους οικονομικούς κλάδους. Κάποιες κλάδοι θα χάσουν θέσεις εργασίας, κάποιοι θα κερδίσουν, οι χώρες με τους χαμένους κλάδους θα πληγούν, οι χώρες με τους κερδισμένους κλάδους θα ωφεληθούν. Καθώς οι σχετικές διαπραγματεύσεις διεξάγονται με απόλυτη μυστικότητα, δεν είναι δυνατό να γνωρίζουμε από τώρα ποιο από τα τρία σενάρια (συντηρητικό, βασικό, φιλόδοξο) της συμφωνίας θα υιοθετηθεί, άρα ποιοι θα είναι οι τελικοί χαμένοι και κερδισμένοι. Επειδή όμως ήδη ανακοινώθηκε ότι θα προστατευθεί η ευρωπαϊκή κτηνοτροφία αλλά όχι η γεωργία, φαίνεται ότι η Ελλάδα, η χώρα του Νότου, για την οποία τα αγροτικά προϊόντα και η βιομηχανία τροφίμων τείνουν να καταστούν σημαντικός εξαγωγικός κλάδος, ενώ έχει και την υψηλότερη ανεργία στην Ευρώπη, θα είναι μεταξύ των χαμένων. Αυτό σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να αποκληθεί ευρωπαϊκή πολιτική για την ανεργία…

                                 Λύσεις από νεοφιλελεύθερα δόγματα;

   Ο εκπρόσωπος των Ελεύθερων Δημοκρατών (όπου ανήκουν οι Γέφυρες) Γκι Φερχόφσταντ, τέλος, μας είπε ότι η ανεργία μπορεί και πρέπει να αντιμετωπιστεί με επιστροφή στο πνεύμα Ντελόρ: αυτό θα πει μέσα από την επέκταση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης σε νέες αγορές που παραμένουν ακόμη εθνικά οργανωμένες, όπως είναι η ενέργεια και τα ψηφιακά. Η θέση Φερχόφσταντ όμως περιλαμβάνει περισσότερη ιδεολογία παρά πραγματικότητα. Και μολονότι κανείς δεν αμφισβητεί ότι η ολοκλήρωση των αγορών οδηγεί σε αύξηση του συνολικού πλούτου, είναι απαραίτητο, ιδίως στο πλαίσιο της τρέχουσας ευρωπαϊκής συγκυρίας, να δούμε πως αν κερδίζουν ή χάνουν όλο οι ίδιοι, υπάρχει κάποιο προβληματάκι… Ή για να το πω με τον τρόπο που το περιέγραψε ο αναλυτής της παγκοσμιοποίησης Ντάνι Ρόντρικ, αν με τις εμπορικές ολοκληρώσεις ο Α αυξάνει τον πλούτο του από τα 70 στα 100, ο Β από τα 90 στα 190, ο Γ τον μειώνει από τα 50 στα 0 κι ο Δ από τα 60 στο 10, ναι μεν ο πλούτος και των τεσσάρων σαν σύνολο αυξάνεται από τα 270 στα 300, μόνο που αυτό δεν έχει καμιά αξία για τον Γ και τον Δ οι οποίοι δεν μπορούν να ζήσουν και η κατανομή στην οποία καταλήγουμε δεν συμβαδίζει με τη δημοκρατία.
   Επιπλέον τούτων, τα προβλήματα της μέχρι σήμερα ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής συστήνουν επιφυλακτικότητα απέναντι σε αναπτυξιακές προσδοκίες από την ολοκλήρωση των αγορών ενέργειας. Δυστυχώς η ενεργειακή πολιτική της Ευρώπης τα τελευταία 10 χρόνων, είτε επειδή έγιναν λάθος εκτιμήσεις και κυριάρχησε η υπεραισιοδοξία, είτε επειδή  εξυπηρετούσε πρωτίστως τα εθνικά βιομηχανικά συμφέροντα κάποιων χωρών όπως έχουν πει κάποιες κακές γλώσσες, αποδείχτηκε κοντόφθαλμη και αντιαναπτυξιακή. Τα σχέδια για ενοποίηση των εθνικών αγορών ενέργειας μέσα από τη δημιουργία ενός πανευρωπαϊκού δικτύου φαίνεται να συνδέονται με φαραωνικά έργα υψηλού κόστους που θα αυξήσουν εκ νέου το ήδη υψηλό ευρωπαϊκό ενεργειακό κόστος ενώ δείχνουν να αγνοούν και τη φύση της τεχνολογίας: η ενέργεια, ως γνωστόν, δεν αποθηκεύεται, χάνεται κατά τη μεταφορά της σε μακρινές αποστάσεις και άρα συμφέρει να παράγεται και να καταναλώνεται κυρίως τοπικά. Μπορούμε άραγε να καταπολεμήσουμε την ανεργία στην Ευρώπη με φαραωνικά ενεργειακά σχέδια που ανεβάζουν τα κόστη;
   Συμπέρασμα: μεγάλη απογοήτευση… Νομίζω ότι χρειαζόμαστε κάτι πολύ πιο απλό: μια Ευρώπη που θα κάνει στροφή στην ίδια παραγωγή και θα τη στηρίξει, περιορίζοντας τις εισαγωγές. Αυτό έκαναν οι ΗΠΑ μετά την κρίση του 2008-09 κι επανέφεραν εργοστάσια από την Κίνα, αυτό μπορεί να δώσει νέες θέσεις εργασίας ώστε να περιοριστεί η δομική, πλέον, ευρωπαϊκή ανεργία. Έτσι λειτουργούσε το ευρωπαϊκό σχέδιο ως τη δεκαετία του 80, που θεωρούνταν ακόμη επιτυχημένο. Το αν και πώς μπορεί να επιτευχθεί η επιστροφή της παραγωγής στην Ευρώπη σηκώνει πολλή συζήτηση. Πρέπει όμως καταρχήν να τεθεί ο στόχος κι αυτός δεν τέθηκε από κανέναν στις ευρωεκλογές: αν δεν αρχίσουμε με αυτό, δεν υπάρχουν ελπίδες για τα 27 εκατομμύρια των Ευρωπαίων ανέργων.