Δημιούργησα αυτό το blog όταν έμεινα άνεργη. Αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου ως άνεργη του/λόγω ευρώ - δηλαδή ως eurounemployed. Γιατί; Τις παραμονές της εισόδου της Ελλάδας στο ευρώ, κυριαρχούσε μια ρητορική περί "ισχυρής Ελλάδας" και συμμετοχής της στον "πυρήνα της Ευρώπης" που θα έφερνε πλούτο - η οποία όμως δεν εξηγούσε πώς θα έρθει ο πλούτος. Τότε δεν έκανα οικονομικά, οπότε ρώτησα σχετικά φίλιες δυνάμεις οικονομικών συντακτών. Μου απάντησαν πως η συμμετοχή σε μια νομισματική ένωση αυξάνει τον συνολικό πλούτο, άρα επωφελούνται όλοι. Έστω, είπα, αλλά από τη στιγμή που ειδικώς η χώρα μας εισάγει όλο και περισσότερα από όσα εξάγει και χάνει διαρκώς παραγωγή, πώς θα ωφεληθεί από την ΟΝΕ; Κι αν αυτό γίνεται συνεχώς, δεν θα μας τελειώσουν κάποτε τα ευρώ; Πήρα μια απάντηση του τύπου "αυτό δεν έχει σημασία στα πλαίσια μιας νομισματικής ένωσης", η οποία δεν με ικανοποίησε. Πολλά χρόνια μετά, μάθαμε όλοι μας βιωματικά πως μια οικονομία με τα χαρακτηριστικά της ελληνικής, με τη συμμετοχή της σε μια νομισματική ένωση όπως η ΟΝΕ, υπερχρεώνεται και καταλήγει σε χρεοκοπία. Κι εγώ έμαθα ότι τα φαινομενικά απλοϊκά ερωτήματα που έθετα το 1999 περιέγραφαν το πρόβλημα του ισοζυγίου πληρωμών, που αποτέλεσε ένα από τα μείζονα προβλήματα του ευρώ, μια από τις βασικότερες αιτίες της κρίσης και το οποίο είχε συζητηθεί εκτεταμένα μεταξύ των οικονομολόγων κατά τη δεκαετία του 1990, όταν μεγάλο μέρος των δεινών που ζούμε σήμερα είχε προβλεφθεί - αλλά οι αλαζόνες πολιτικοί δεν έδιναν σημασία.
Να τι έγραφε ο οικονομολόγος Wynne Godley το 1992: "Τι θα συμβεί αν μια ολόκληρη χώρα – μια εν δυνάμει περιοχή σε μια πλήρως ολοκληρωμένη ένωση – υποστεί διαρθρωτική ύφεση; Όσο αυτή η χώρα αποτελεί ανεξάρτητο κράτος έχει τη δυνατότητα να υποτιμήσει το νόμισμά της. Στη συνέχεια μπορεί να συνεχίσει την οικονομική της δραστηριότητά επιτυχώς με πλήρη απασχόληση αν υποθέσουμε ότι ο κόσμος δεχτεί τις απαραίτητες μειώσεις στα πραγματικά του εισοδήματα. Σε μια οικονομική και νομισματική ένωση όμως, αυτή η δυνατότητα εμφανώς χάνεται και οι προοπτικές της χώρας επιβαρύνονται σοβαρά, εκτός κι αν υπάρξουν σοβαροί ομοσπονδιακοί δημοσιονομικοί διακανονισμοί που θα αναλάβουν να εκπληρώσουν έναν αναδιανεμητικό ρόλο (...). Αν μια χώρα ή μια περιοχή δεν έχει τη δυνατότητα να υποτιμήσει το νόμισμά της και δεν επωφελείται από ένα σύστημα δημοσιονομικών μεταβιβάσεων, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να σταματήσει μια διαδικασία σωρευτικής και ακραίας ύφεσης η οποία θα οδηγήσει στο τέλος στη μετανάστευση ως το μόνο εναλλακτικό δρόμο στη φτώχεια ή την πείνα". (Wynne Godley, Maastricht and All That. LRB,Vol 14. Nο 19 1992).

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Οι «φυλακισμένοι» της Χαλκοκονδύλη, η fake απελευθέρωση και η μικρή ΔΕΗ

Θυμάμαι ακόμη τα ξινισμένα μούτρα, σαν των φυλακισμένων, πίσω από τα πεπαλαιωμένα γραφεία μιας Διεύθυνσης Προμηθειών της ΔΕΗ στην Χαλκοκονδύλη την οποία επισκεπτόμουν το 1994 για να παράσχω … ψυχολογική υποστήριξη στη φίλη μου Ελένη. Τα επτά άτομα στα οποία ανήκαν τα ξινισμένα μούτρα ήταν όλοι τους νεοδιορισμένοι αργόμισθοι, που μην έχοντας αντικείμενο, σκότωναν την ώρα τους σπάζοντας ο ένας τα νεύρα του άλλου. Δυο μήνες μετά το διορισμό της η Ελένη εμφάνισε κατάθλιψη και κρίσεις άγχους, αλλά η μητέρα της – που μεσολάβησε στον πολιτευτή της ΝΔ για «να βάλει το παιδί στη ΔΕΗ» – της είπε: ούτε να το διανοηθείς να φύγεις… Χρειάστηκαν πάνω από 10 χρόνια και η συνταξιοδότηση αρκετών εκατοντάδων διοικητικών της ΔΕΗ για να έχει η Ελένη δουλειά και να δικαιολογεί τον μισθό της. Αυτά ήταν τα έργα του ελληνικού πελατειακού νεοφιλελευθερισμού, της κυβέρνησης Μητσοτάκη, που το 1993 συνδύασε την κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου στην ενέργεια με το στούμπωμα της ΔΕΗ με κάποιες χιλιάδες (6.000 νομίζω) αργόμισθους διοικητικούς.   

Θυμάμαι επίσης τις κουβέντες που κάναμε κάποιοι δημοσιογράφοι στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν η ευρωπαϊκή επιταγή για «απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας προς όφελος των καταναλωτών» ανέρχονταν στην ημερήσια διάταξη. Η επίσημη θέση του Υπουργείου Ανάπτυξης ήταν ότι η δουλειά μπορούσε να γίνει με τη δημιουργία ιδιωτικών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής που θα λειτουργούσαν με φυσικό αέριο και θα μοιράζονταν, υποτίθεται, την αγορά με τη ΔΕΗ. Εμείς πάλι, κοιτάζοντας τα νούμερα, βλέπαμε ότι καμιά γνήσια απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας στην Ελλάδα δεν ήταν εφικτή. Λόγω του λιγνίτη και των υδροηλεκτρικών της ΔΕΗ, η χώρα είχε το φτηνότερο ρεύμα στην Ευρώπη. Η ιδιωτική ηλεκτροπαραγωγή που θα βασίζονταν στο φυσικό αέριο, θα παρήγαγε πολύ πιο ακριβό ρεύμα. Ποιος θα επέλεγε το ακριβό ρεύμα του ιδιώτη αντί το φτηνό της ΔΕΗ αν υπήρχε ελεύθερος ανταγωνισμός; Και τι σόι «απελευθέρωση προς όφελος των καταναλωτών» θα είχαμε αν διπλασιάζονταν τα τιμολόγια της ΔΕΗ για να πουληθεί το ρεύμα του ιδιώτη;

Με αυτές τις μνήμες περιγράφω τις κακές πρακτικές με τις οποίες οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις της τελευταίας 25ετίας διαχειρίστηκαν – κι εξακολουθούν να διαχειρίζονται  – τα θέματα της ΔΕΗ και των μετασχηματισμών στην ενέργεια. Η μια πρακτική ήταν η χρησιμοποίηση της ΔΕΗ, ως οργάνου του πελατειακού κράτους για να κερδίζονται εκλογές, με αποτέλεσμα τις αργομισθίες, τα οφέλη για μεσάζοντες και προμηθευτές, αντί της μέριμνας για διασφάλιση της αξίας της ΔΕΗ και συνολικά οφέλη για τη χώρα. Η άλλη ήταν η πρακτική της αδράνειας, το «αφήνουμε την τύχη της χώρας στα ευρωπαϊκά ρεύματα κι όπου μας βγάλουν». Δεν υπήρξε καμιά στρατηγική διαχείρισης των εντελλόμενων από την Ευρώπη μετασχηματισμών στην ενέργεια, ακόμη κι όταν ήταν ηλίου φαεινότερο ότι εγκυμονούσαν κινδύνους για την ελληνική οικονομία. Αντί να περιφρουρηθεί, όσο γίνονταν, το χαμηλό κόστος ενέργειας που έδινε πλεονέκτημα την ελληνική παραγωγή, οι κυβερνήσεις θεώρησαν πως είχαν τα περιθώρια μιας απεριόριστης αύξησής του για να  «απελευθερώσουν» την αγορά. Έτσι η Ελλάδα, μια χώρα χωρίς προϋπάρχον δίκτυο φυσικού αερίου όπως η συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαϊκών χωρών, άρα που χρειαζόταν τεράστιες επενδύσεις για δίκτυα, και η οποία, ως εκ της απόστασής της από τα μεγάλα ευρωπαϊκά κέντρα προμήθειας φυσικού αερίου, αγοράζει το αέριο σε υψηλότερες τιμές από τους εταίρους της, «απελευθέρωσε» αρχικά την ενέργεια μέσω φυσικού αερίου ανεβάζοντας το ενεργειακό κόστος σε βάρος της  ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιομηχανίας. Και αργότερα επιδείνωσε το πρόβλημα με τις πολιτικές ΑΠΕ,  προσφέροντας ακόμη υψηλότερες εγγυημένες τιμές από το μέσο όρο της Ευρώπης. Τώρα δεν μας αρέσει που καταρρέουν οι ελληνικές εξαγωγές δομικών υλικών στην Βόρεια Αφρική και τα παίρνουν όλα οι Ιταλοί και Ισπανοί ανταγωνιστές τους.

Το τελευταίο επεισόδιο του έργου της «απελευθέρωσης» της ενέργειας είναι ο σχεδιασμός για την πώληση της μικρής ΔΕΗ. Παρά τη ρητορική περί «κορυφαίας αναπτυξιακής τομής»  του κ. Μανιάτη, ο όλος σχεδιασμός φανερώνει την υποταγή του στις ίδιες χρόνιες κακές  πρακτικές. Το ψηφισθέν νομοσχέδιο ισορροπεί ανάμεσα στις εκλογικές ανάγκες των κομμάτων της συγκυβέρνησης για αποφυγή της σύγκρουσης με τα ήδη επενδεδυμένα κοινωνικά συμφέροντα στη ΔΕΗ (εξ ου και η διασφάλιση των εγγυήσεων των δικαιωμάτων των τοπικών κοινωνιών και των υπαλλήλων της) και τις προβληματικές ευρωπαϊκές πολιτικές περί απελευθέρωσης των αγορών – όπως εκφράζονται από την τρόικα. Η  πώληση της μικρής ΔΕΗ έχει νόημα για τη μεγάλη ΔΕΗ, διότι θα της επιτρέψει να μειώσει το υψηλό χρέος της. Όμως η κυβερνητική ρητορική με την οποία επενδύεται – «μεγάλη μεταρρύθμιση», «ελεύθερος ανταγωνισμός», «πτώση τιμών» – είναι λόγια του αέρα που επιδιώκουν να «ψήσουν» ένα δύσπιστο κοινό το οποίο θεωρεί, όχι άδικα, προβληματική την πώληση της μικρής ΔΕΗ σε άγνωστες τιμές και με μεταφορά μέρους του πελατολογίου της προς τον όποιο ιδιώτη και είναι πολύ ευρύτερο του ΣΥΡΙΖΑ. Σε τελική ανάλυση, η πώληση της μικρής ΔΕΗ αποτελεί ένα ακόμη βήμα «απελευθέρωσης» της ενέργειας μέσα από δεσμεύσεις σε υψηλές επενδύσεις, εγγυημένες τιμές και παντός τύπου επιδοτήσεις που  επιβάλλονται με διοικητικές αποφάσεις και μέσα σε 10 χρόνια έχουν διπλασιάσει τα ενεργειακά τιμολόγια. Οι ανάγκες για νέες επενδύσεις που ρητά και άρρητα συνοδεύουν την πώληση της νέας ΔΕΗ θα πιέσουν ανοδικά τις τιμές και όχι καθοδικά. Βρήκα χαρακτηριστική την παγερότητα με την οποία αντιμετώπισε η βιομηχανία την «κορυφαία αναπτυξιακή τομή» της μικρής ΔΕΗ. Στην κίνηση δεν υπάρχει κάτι καλό σε επίπεδο τιμών ή ελεύθερου ανταγωνισμού, τίποτα πέρα από τη δημιουργία ενός ολιγοπωλίου, δήλωσε ο εκπρόσωπος της ΕΒΙΚΕΝ Α. Κοντολέων σε ένα συνέδριο της A-Energy πριν λίγες μέρες.

Η ουσία που χρειαζόμαστε, αντί της παραγωγής εντυπώσεων που συνηθίζουμε, σημαίνει, νομίζω, δυο πράγματα: Πρώτον, μια εθνική στρατηγική με βάση την οποία θα διαχειριστούμε τους εντελλόμενους από την Ευρώπη μετασχηματισμούς και με στόχο τη μείωση του κόστους της ενέργειας. Όλη η ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική, είτε αφορά την απελευθέρωση, είτε τους στόχους για τις ΑΠΕ – που θα είναι στο εξής μη δεσμευτικοί και καλό θα ήταν το Υπουργείο Ανάπτυξης να πάψει να χρηματοδοτεί αφειδώς νέα αιολικά… – είτε τον σχεδιασμό της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας, έχει πολύ υψηλές επενδυτικές απαιτήσεις που ίσως μπορούν να πληρωθούν από τους καταναλωτές και τις βιομηχανίες π.χ της Κεντρικής Ευρώπης – αλλά όχι από τους καταναλωτές και τη βιομηχανία της φτωχοποιημένης Ελλάδας χωρίς να τους/την γονατίσουν. Δεύτερον, την υλοποίηση αυτής της στρατηγικής μέσω της Ρυθμιστικής Αρχής. Σε άλλες χώρες π.χ. τη Γερμανία, τα πολιτικά κόμματα έχουν άποψη, προτάσεις και συμμετοχή στη ρύθμιση της αγοράς ενέργειας. Εδώ τα πολιτικά κόμματα δεν δείχνουν να έχουν καταλάβει πως μεγάλο μέρος άσκησης της ενεργειακής πολιτικής στο πλαίσιο της ήδη μετασχηματισμένης αγοράς ενέργειας έχει περάσει στη ΡΑΕ και δεν συμμετέχουν στο έργο της επιτροπής Ενεργειακού Σχεδιασμού. Μπορεί να μην είναι δυνατό να γυρίσει η Ελλάδα στο κρατικό μονοπώλιο της ενέργειας, υπάρχουν όμως περιθώρια, με παρεμβάσεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο, για καλύτερα μείγματα πολιτικής.

Γερμανία: Μετά τους "άσωτους" έλληνες ανακάλυψε την... Κίνα

Αντιμέτωπο με τις πιέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για μείωση των γερμανικών πλεονασμάτων, το Βερολίνο αναπροσαρμόζει τις αφηγήσεις του για την κρίση. Από την μελέτη-ορόσημο του ΔΝΤ στην έκθεση της Deutsche Bank: ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτικής χρήσης των οικονομικών. Τι λέει τώρα η DB για την αποτυχία του ελληνικού προγράμματος.  

Στον άτυπο οικονομικό πόλεμο που ξεκίνησε με την κρίση στην Ευρωζώνη, ένα από τα βαριά «όπλα» του γερμανικού ηγεμονισμού ήταν η επιθετική επικοινωνιακή πολιτική σε βάρος των κρατών του Ευρωπαϊκού Νότου – αυτό που ο καθηγητής Νίκος Μουζέλης αποκάλεσε γερμανικό προτεσταντικό λαϊκισμό.  Με την αναγωγή της μακροοικονομίας στη μικροοικονομία, την εξομοίωση δηλαδή των εθνικών οικονομιών με τα νοικοκυριά, ο γερμανικός προτεσταντικός λαϊκισμός παρήγαγε εύληπτες, πλην όμως παραπλανητικές αφηγήσεις προς λαϊκή κατανάλωση, διχοτομώντας την Ευρώπη ανάμεσα σε σπάταλο Νότο και ενάρετη Γερμανία η οποία θα αναλάμβανε να εκπαιδεύσει τους «ασώτους» στην  «οικονομική αρετή».     

Ίσως στην ελληνική κοινωνία να έγραψαν περισσότερο οι χοντροκομμένες εκφράσεις αυτής της στρατηγικής π.χ. κάποια «περίεργα» εξώφυλλα με την Αφροδίτη της Μήλου. Όμως ο γερμανικός προτεσταντικός λαϊκισμός έχει και μια εκλεπτυσμένη πλευρά που περνά μέσα από την κατευθυνόμενη χρήση οικονομικών στοιχείων με σκοπό την ύφανση πειστικών  οικονομικών αφηγήσεων. Η πλευρά αυτή, καθώς χρησιμοποιεί τη θεωρούμενη ως αντικειμενική γλώσσα των αριθμών, είναι και πιο «τοξική». 

Από το 2011 έως το 2013, το κυρίαρχο μοτίβο της γερμανικής αφήγησης για την κρίση ήταν η μεγάλη άνοδος του μοναδιαίου εργασιακού κόστους στον Νότο. Όχι ότι αυτό δεν ίσχυε: στα χρόνια του ευρώ πράγματι καταγράφηκε μεγάλη άνοδος του μοναδιαίου κόστους εργασίας στον Ευρωπαϊκό  Νότο συγκριτικά με τον Βορρά. Η γερμανική θέση όμως προέκυπτε μέσα από την απομόνωση ενός και μόνο στοιχείου, που αποσπώνταν από ένα ολόκληρο ερμηνευτικό σχήμα  – την προσέγγιση του αρθρογράφου των FT Μάρτιν Γουλφ περί των ανισορροπιών μεταξύ Βορρά και Νότου – και την αποσιώπηση όλων των υπολοίπων, με σκοπό να στηριχθεί δι’ αυτής μιας ήδη αποφασισμένη οικονομική πολιτική. Η Γερμανία, έχοντας ενισχύσει παλιότερα την ανταγωνιστικότητά της με τη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας μέσα από τη συγκράτηση των γερμανικών μισθών και τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας – όπως λέει – αλλά και τη μεταφορά μέρους της γερμανικής παραγωγής από τη Γερμανία και τον Ευρωπαϊκό Νότο στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης με τους χαμηλότερους μισθούς και τα αδύναμα εθνικά νομίσματα – όπως δεν λέει – θεωρούσε εξαρχής ότι ο Νότος έπρεπε να ακολουθήσει έναν παρόμοιο δρόμο.

Το ιστορικό παράδοξο της επιβολής μιας καταστροφικής οικονομικής πολιτικής πάνω στις χώρες του Νότου όμως από την «Ευρώπη» (και όχι τη Γερμανία) κινητοποίησε από νωρίς την ανεξάρτητη οικονομική έρευνα.  Έτσι, από την άνοιξη του 2011, άνοιξε ένας κύκλος δημοσιεύσεων που συστηματικά έθεταν υπό διερευνητική αμφισβήτηση τις γερμανικές θέσεις. Δημοσιεύτηκαν μελέτες που έδειχναν ότι η λογική της διαπραγμάτευσης της ανταγωνιστικότητας των εθνικών οικονομιών με όρους λογιστικών μεγέθων ήταν άτοπη και ότι τα μυστικά της ανταγωνιστικότητας βρίσκονταν στα διαφορετικά τους παραγωγικά μοντέλα. Δημοσιεύτηκαν μελέτες που  προειδοποιούσαν ότι η μείωση μισθών (που εφάρμοσε η Ελλάδα και όχι η απλή συγκράτησή τους τους που εφάρμοσαν άλλες χώρες του Νότου) ήταν επικίνδυνη καθώς οδηγούσε σε παρατεταμένη ύφεση με αρνητικές επιπτώσεις στο μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό δυναμικό. Δημοσιεύτηκαν μελέτες που έδειχναν ότι η άνοδος του μοναδιαίου κόστους εργασίας στον Ευρωπαϊκό Νότο ήταν επακόλουθο της αύξησης του εγχώριου πληθωρισμού – ουσιαστικά μιας φούσκας που η ίδια η δημιουργία του ευρώ με τη μεγάλη αύξηση της ροής κεφαλαιών από το Βορρά προς το Νότο είχε προκαλέσει. Όλες αυτές οι δημοσιεύσεις διαρρήγνυαν σταδιακά τη γερμανική θέση μέχρι την ολοκληρωτική της κατάρρευση, τον Οκτώβριο 2012 χάρη στην εργασία τριών οικονομολόγων (Chen, Milesi-Ferretti, Tressel), από το  Ευρωπαϊκό Τμήμα του ΔΝΤ, η οποία άλλαξε οριστικά τις αντιλήψεις σχετικά με το τι είχε γίνει στην Ευρωζώνη μετά την εισαγωγή της ΟΝΕ.  Σύμφωνα με τους τρεις οικονομολόγους, η μεγάλη άνοδος της ισοτιμίας του ευρώ σε συνδυασμό με τις πολύπλοκες εμπορικές και κεφαλαιακές σχέσεις που είχαν δημιουργηθεί ανάμεσα στην ΕΕ και την Κίνα, δύο ζώνες με διαφορετικά καθεστώτα νομίσματος, επιχειρηματικών μοντέλων, εργασιακών δικαιωμάτων, ακόμη και τύπων εισαγωγών και κατανάλωσης, είχαν δημιουργήσει αρνητικές πιέσεις στο παραγωγικό μοντέλο καταναλωτικών αγαθών του Νότου και είχαν ευνοήσει το παραγωγικό μοντέλο κεφαλαιουχικών αγαθών και πολυτελών αυτοκίνητων της Γερμανίας.  Παράλληλα, η άρση των αυτόματων διορθωτικών μηχανισμών των εθνικών νομισμάτων λόγω της ΟΝΕ είχε επιδεινώσει την κατάσταση, καθώς τα ελλείμματα του Νότου εξουδετέρωναν τα γερμανικά πλεονάσματα, με αποτέλεσμα οι μεν οικονομίες του Νότου να έχουν υψηλότερη ισοτιμία από αυτή που μπορούσαν να αντέξουν και η Γερμανία χαμηλότερη. Όλη αυτή η δημοσιευμένη έρευνα κατέληγε στη διαρκή επιβεβαίωση της ανάγκης για αλλαγή της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής, με επεκτατική πολιτική στη Γερμανία, τερματισμό της λιτότητας και μεγάλες επενδύσεις στη βιομηχανία στον Νότο, υποτίμηση του ευρώ και μεταρρυθμίσεις στην ΟΝΕ ώστε να προσαρμοστεί στην οικονομική  θεωρία του Μάντελ, που είχε εμπνεύσει, υποτίθεται, τη δημιουργία της.  

Επί δύο χρόνια βοούσε το voxeu.org, ο ιστότοπος του Centre for Economic Policy Research όπου δημοσιεύονται συντομευμένες εκδοχές των ερευνών οικονομικής πολιτικής προς πανευρωπαϊκή ενημέρωση. Αλλά η Γερμανία αγνοούσε όλο αυτό το υλικό, επειδή κανένα από τα στοιχεία του (επιχειρήματα, συμπεράσματα, προτάσεις οικονομικής πολιτικής), δεν την εξυπηρετούσε. Εσχάτως, όμως, κάτι άλλαξε. Προσπαθώντας για πρώτη φορά από το 2010 να θέσει υπό έλεγχο τον γερμανικό ηγεμονισμό, η Κομισιόν κίνησε διαδικασία ενάντια στη Γερμανία για παραβίαση των νέων ευρωπαϊκών κανόνων περί μακροοικονομικών ανισορροπιών. Το πρόβλημα,  αναφέρει το σκεπτικό της Κομισιόν, είναι ότι τα υπερβολικά γερμανικά πλεονάσματα – 7.5 % του ΑΕΠ το 2013 – δεν  επιτρέπουν να φτηνύνει το ευρώ και να στηριχθεί ο Νότος. Η Γερμανία απορρίπτει κάθε συζήτηση για μείωση των πλεονασμάτων της ή αύξηση των εγχώριων επενδύσεων κι αδιαφορεί για το κόστος που πληρώνει ο Νότος. Αλλά δεν μπορεί να το δηλώσει ωμά. Πρέπει να το επενδύσει με την «κατάλληλη»  οικονομική αφήγηση.  Έχει δηλαδή νέες επικοινωνιακές ανάγκες.

Για να καλύψουν λοιπόν αυτές τις ανάγκες δυο ερευνητές (Grandf,  Iseringhausen) της Deutsche Bank  «ανακάλυψαν» την έρευνα-ορόσημο του ΔΝΤ και με μια δική τους μελέτη που δηλώνει ρητά τον πολιτικό στόχο της (να αποκρουσθεί η «άδικη κριτική» κατά της Γερμανίας για τον ρόλο της στην κρίση του Ευρωπαϊκού Νότου και το επιχείρημα της Κομισιόν για τα γερμανικά πλεονάσματα), έκαναν ένα βήμα εισαγωγής μιας νέας γερμανικής αφήγησης για την κρίση – ολότελα διαφορετικής από την προηγούμενη αλλά εξίσου απλουστευτικής και παραπλανητικής. Ως νέο γερμανικό μοτίβο αναδεικνύεται το «η Κίνα φταίει για τα προβλήματα του Νότου» το οποίο κατασκευάζεται με την ίδια γνωστή συνταγή:  αποσπάμε και απομονώνουμε ένα μόνο στοιχείο  (ό,τι αφορά τις εμπορικές σχέσεις Νότου- Κίνας), αυτό που μας βολεύει, από το πολυσύνθετο πλαίσιο της ανάλυσης των Chen, Milesi-Ferretti, Tressel και αποσιωπούμε τα υπόλοιπα, ιδίως ό,τι εμπλέκει τη Γερμανία, χωρίς καμιά έγνοια για το πόσο προδίδουμε το πνεύμα του υλικού αναφοράς...

Κατά την έκθεση της Deutsche Bank, η Ευρωζώνη έχει πράγματι κάποιον ταραξία («bad guy»), μόνο που αυτός δεν είναι η Γερμανία αλλά η Κίνα. Η Κίνα παράγει καταναλωτικά αγαθά όπως οι χώρες του Νότου, άρα ευθύνεται για την υπερχρέωσή τους, την κρίση τους και εν μέρει για την υψηλή ανεργία τους.  Σε ό,τι αφορά τα γερμανικά πλεονάσματα, δεν δημιουργούν πρόβλημα στο Νότο διότι το μεγαλύτερο μέρος τους αφορά χώρες εκτός ευρώ (η σχέση ανάμεσα στα γερμανικά πλεονάσματα και την ισοτιμία του ευρώ αποσιωπάται...). Τα γερμανικά πλεονάσματα έναντι των χωρών του Νότου μειώθηκαν σε σχέση με το 2010, χάρη στην επιτυχημένη συνταγή της δημοσιονομικής λιτότητας. Όλες οι χώρες του Νότου τα πήγαν καλά, με την εξαίρεση της Ελλάδας, μιας χώρας με προβληματικό παραγωγικό μοντέλο και εξαγωγές αγροτικών προϊόντων οι οποίες δεν ήταν δυνατόν να επωφεληθούν από τη μεγάλη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας (η DB εξηγεί την ελληνική κατάρρευση με επιχειρήματα από την ανεξάρτητη έρευνα του 2011 που το Βερολίνο επί τρία χρόνια απωθούσε...). Και το τελικό συμπέρασμα της μελέτης: ας πάψουν επιτέλους οι μονόπλευρες κατηγορίες απέναντι στη Γερμανία κι ας δούμε τα οικονομικά στοιχεία (!). Ο Νότος αντιμετωπίζει πρόβλημα ανταγωνιστικότητας απέναντι στην Κίνα και η μόνη του λύση είναι να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις για να τα βγάλει πέρα με τον κινέζικο ανταγωνισμό... ( Όλα αλλάζουν εκτός από την εφαρμοζόμενη πολιτική...).

Θεωρώ τη μελέτη της Deutsche Bank υπόδειγμα πολιτικής χρήσης των οικονομικών και εκλεπτυσμένης εκδοχής του γερμανικού προτεσταντικού λαϊκισμού προς λαϊκή κατανάλωση. Δεν γνωρίζω αν η άποψη «το πρόβλημα του Νότου είναι ο κινέζικος ανταγωνισμός»  θα γίνει το κυρίαρχο γερμανικό μοτίβο κατά την επόμενη, ηπιότερη, χρόνια φάση της κρίσης. Είναι  πιθανό: λέει αλήθειες, έστω και μισές, άρα μπορεί να πείσει και βολεύει τη Γερμανία. Άλλωστε η εξαγωγή του προς τις κοινωνίες του Νότου για λαϊκή κατανάλωση και πειθάρχηση άρχισε  – η έκθεση της DB παρουσιάστηκε προ ημερών σε ελληνική οικονομική ιστοσελίδα.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε πολιτικό αδιέξοδο.  Δεν πρέπει όμως να πιστεύουμε τα κηρύγματα του γερμανικού προτεσταντικού λαϊκισμού. Δεν είναι καλύτερος από τον εγχώριο πολιτικό λαϊκισμό επειδή επικαλείται νούμερα. Κάποια στιγμή πρέπει να αντιληφθούμε ότι από το 2010 η Ευρώπη έχει μετατραπεί σε πεδίο σύγκρουσης μεταξύ εθνικών οικονομικών στρατηγικών και ότι η Ελλάδα πληρώνει πολύ ακριβά την έλλειψη δικής της εθνικής οικονομικής στρατηγικής. Σε αυτό είναι που θέλουμε από το πολιτικό σύστημα αυτενέργεια.

Η ρήξη του PSI και οι χαμένες προσδοκίες των κομμάτων της δραχμής


Ενα από τα παράδοξα των ευρωεκλογών υπήρξε η μεγάλη απόκλιση ανάμεσα στις προεκλογικές προσδοκίες των κομμάτων της δραχμής (ΕΠΑΜ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, Σχέδιο Β, ΔΡΑΧΜΗ) και τα εκλογικά ποσοστά τους. Ενώ στις προεκλογικές δημοσκοπήσεις 3 στους 10 τάσσονταν υπέρ της δραχμής, στην κάλπη μόλις 2 στους 100 ψήφισαν τα κόμματα που την υποστήριζαν ως θεμελιώδη επιλογή. Το παράδοξο αυτό είχε και μετεκλογική ουρά. Τόσο η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το ΕΠΑΜ όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ αποτίμησαν τα αρνητικά αποτελέσματα των κομμάτων της δραχμής ασκώντας οι μεν κριτική στους δε και τούμπαλιν, αλλά αποφεύγοντας κάθε αναφορά στο θέμα του νομίσματος. Οπότε αξίζει να επιχειρήσουμε μια απάντηση στο ερώτημα: γιατί οι 3 στους 10 που δηλώνουν ότι θέλουν επιστροφή στη δραχμή δεν ψήφισαν τα κόμματα της δραχμής;

Ο πρώτος λόγος είναι ότι η επιλογή της δραχμής δεν αφορά αποκλειστικά την Αριστερά· οι δεξιοί οπαδοί της δραχμής δεν είχαν λόγο να ψηφίσουν αριστερά κόμματα ή το ΕΠΑΜ που συνδυάζει τις αριστερές καταβολές με το εθνολαϊκό στοιχείο. Ο δεύτερος και σημαντικότερος είναι ότι η δραχμή ως πραγματική πολιτική επιλογή, ως πολιτική πρόταση με ζυγισμένα οφέλη κι απώλειες, ανήκουσα στον χώρο του εφικτού, προσφέρουσα προοπτική και, άρα, έχουσα τις δυνατότητες να κινητοποιήσει μεγάλο δυναμικό ανθρώπων, έχει ηττηθεί από το 2012.

Κάτι η επιμονή των διαδοχικών κυβερνήσεων της κρίσης να ωραιοποιούν την πραγματικότητα, κάτι το μνημόνιο-αντιμνημόνιο του ΣΥΡΙΖΑ, ξεχνάμε ενίοτε ότι η κρίση της Ελλάδας, σε αντιδιαστολή με των άλλων χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, έχει να κάνει με τη διαχείριση μιας κρατικής χρεοκοπίας. Και άρα, έχει ως βασική τομή της την αναδιάρθρωση του χρέους (PSI).

Προ PSI, την περίοδο όπου το δημόσιο χρέος ήταν σε ελληνικό δίκαιο και η οφειλή αφορούσε τον ιδιωτικό τομέα, εκκρεμούσαν όλες οι αποφάσεις, ο γερμανικός προτεσταντικός λαϊκισμός κατηγορούσε συλλήβδην τους Eλληνες ως τεμπέληδες και το ΠΑΣΟΚ προσπαθούσε να πειθαρχήσει την κοινωνία επιρρίπτοντας πάνω της τις ευθύνες του πολιτικού συστήματος για τη χρεοκοπία, η δραχμή αντιπροσώπευε μια πραγματική πολιτική επιλογή. Στα μεγάλα πλήθη που έμειναν δύο χρόνια στους δρόμους και που, παρά τις εσωτερικές τους διαφοροποιήσεις, ομονοούσαν στην αντίθεσή τους απέναντι στην κυβέρνηση και τους ξένους δανειστές, η δραχμή μπορούσε να εμφανίζεται ως μια διέξοδος, θολή και ασαφής, με οφέλη και παγίδες, αλλά πραγματική, καθώς έδινε λύση στο μείζον τότε ζητούμενο: μια πιο εθνικά αυτόνομη διαχείριση της χρεοκοπίας που θα έδινε καλύτερη προοπτική από την πρόταση των δανειστών η οποία, όπως αντιλαμβάνονταν ήδη αρκετοί, οδηγούσε στην καταστροφή. Στις ραδιοφωνικές εκπομπές του Δ. Καζάκη, η δραχμή προβαλλόταν ως λύση στο θέμα του χρέους και της υποταγής της χώρας στους ξένους δανειστές. Οι Κ. Λαπαβίτσας, Παν. Λαφαζάνης και Αλ. Αλαβάνος προσέθεταν το ταξικό στοιχείο και το πρόβλημα της ανεργίας. Αλλά εκτός των Ελλήνων πολιτικών και οικονομολόγων, η δραχμή, ως επιλογή με ισχυρό οικονομικό νόημα, έμπαινε στο τραπέζι και από μη ελληνικές, τεχνοκρατικές φωνές: π.χ. τον οίκο Lazard, που είχε προσλάβει η κυβέρνηση Παπανδρέου ως σύμβουλο για την αναδιάρθρωση του χρέους, αλλά και όχι λίγους οικονομολόγους, οι οποίοι προβληματίζονταν ως προς το αν υπήρχε περίπτωση να πετύχει στην Ελλάδα, μια χώρα με πανίσχυρα εισαγωγικά λόμπι, μια εσωτερική υποτίμηση τόσο βαθιά όσο χρειαζόταν και να βγουν ζωντανές η οικονομία και η κοινωνία της.

Για όλους αυτούς τους λόγους ήταν που, λίγο πριν από το PSI, ο Γερμανός ΥΠΟΙΚ Βόλφγκανγκ Σόιμπλε πρότεινε στον Ευ. Βενιζέλο την εναλλακτική λύση της ελεγχόμενης μετάβασης της Ελλάδας στη δραχμή με ευρωπαϊκή συνδρομή – άλλο αν ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ αποφάσισε μόνος του και μας το είπε κατόπιν εορτής… Και μετά ήρθε η Ωρα Μηδέν: η υλοποίηση του PSI που έπληξε το σχέδιο της δραχμής στις ρίζες του, καθώς το άδειασε όχι μόνο από το αρχικό νόημά του –τη δυνατότητα διαχείρισης της κρατικής χρεοκοπίας με πιο αυτόνομο εθνικά τρόπο– αλλά και από το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής του σκοπιμότητας, της λογικής και της προοπτικής του: όταν έχεις αυξήσει το χρέος σου στο σκληρό ευρώ, το έχεις μεταφέρει στα κράτη και στο αγγλικό δίκαιο, τι να σου κάνει η προσφυγή σε μαλακό εθνικό νόμισμα… Ενα τελευταίο καρφί χρειαζόταν να μπει στο φέρετρο της δραχμής για να ολοκληρωθεί η ήττα του ως πραγματικής πολιτικής επιλογής και το έβαλε ο ελληνικός λαός στις εκλογές του 2012, όταν επέλεξε το «ευρώ πάση θυσία» αντί του «κανένα ταμπού για το νόμισμα».

Είναι αμφίβολο αν στη συνθήκη που διαμορφώθηκε στη μετά PSI εποχή, η νέα πολιτική διέξοδος που περνά μέσα από την αναρρίχηση του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση αντιπροσωπεύει κάτι λιγότερο ασαφές και θολό από ό,τι η δραχμή τής προ PSI συγκυρίας. Αλλωστε, όπως κι η δραχμή τότε, έτσι κι ο ΣΥΡΙΖΑ τώρα συνδυάζει μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα. Στα μειονεκτήματά του συγκαταλέγονται το ότι δείχνει να νοιάζεται περισσότερο για να πάρει την κυβέρνηση παρά για το τι θα κάνει με τη διακυβέρνηση, ότι έχει εγκαταλείψει κάποιες παλαιότερες ριζοσπαστικές ιδέες (συμπληρωματικό νόμισμα, περιορισμοί στις εισαγωγές) που είναι εκ των ουκ άνευ για την ανάσχεση της καταστροφής και ότι παραμένει αμήχανος απέναντι στα μεγάλα θύματα της κρίσης, ανέργους και πρώην επαγγελματίες. Το πλεονέκτημά του είναι ότι είναι τόσο κοινωνικά άδικη αυτή η κυβέρνηση που πρέπει κάποιος να τη ρίξει. Κι ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί. Αυτό ακριβώς έδειξαν κι οι ευρωεκλογές: όσοι επιθυμούν την ανατροπή της παρούσας κατάστασης, όποια άποψη κι αν έχουν για το νόμισμα, ποντάρουν στον ΣΥΡΙΖΑ.

Παρακολουθούμε τι γίνεται στην Ευρώπη;

Oσα έγιναν και γίνονται τις τελευταίες εβδομάδες στην Ελλάδα και την Ευρώπη είναι άκρως σημαντικά. Στις 4 Ιουνίου είχε διαρρεύσει μία εμπιστευτική, υποτίθεται, έκθεση του ΔΝΤ στην εφημερίδα «Wall Street Journal». Ηταν μια πρωτοφανής –στα ιστορικά του οργανισμού αυτού– απολογία για την αποτυχία του ελληνικού προγράμματος, μια αναγνώριση ενοχής και μια παροχή εξηγήσεων για τα αίτια του… εγκλήματος.

Το ΔΝΤ αναγνώρισε όσο πιο επίσημα μπορούσε ότι η Ελλάδα θα σωζόταν αν είχε γίνει κούρεμα του χρέους της το 2010 –επειδή με τα χρήματα που θα εξοικονομούσε από τη μείωση των τόκων θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει επενδύσεις και να κρατήσει χαμηλά τη φορολογία ώστε να μη βουλιάξει στην ύφεση–, επειδή όμως οι τράπεζες της ευρωζώνης παρέπαιαν, το κούρεμα αναβλήθηκε μέχρι να ξεφορτώσουν τα χαρτιά τους οι «μεγάλοι» του ευρώ (γερμανικές και γαλλικές τράπεζες). Το αποτέλεσμα ήταν μεγάλες χασούρες και νέα δάνεια που βάρυναν την ήδη υπερχρεωμένη Ελλάδα, η οποία έτσι κάηκε ολοκληρωτικά. Επιπλέον το ΔΝΤ είπε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή –ο κορυφαίος νομοθετικός και εκτελεστικός θεσμός της Ευρώπης– ως μέλος της τρόικας, επέδειξε μειωμένο ενδιαφέρον για τη διάσωση της Ελλάδας και αυξημένο ενδιαφέρον για τη διασφάλιση του απαραβίαστου των ευρωπαϊκών κανόνων. Τουτέστιν, η Ευρώπη μάς έσωσε!..

Επειτα από μια τέτοια απολογία θα περίμενε κανείς από την ελληνική κυβέρνηση να κάνει κάτι: να εκμεταλλευτεί π.χ. το ηθικό πλεονέκτημα που της πρόσφερε το ΔΝΤ προκειμένου να πετύχει τουλάχιστον το πέρασμα του κόστους της ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών στον ευρωπαϊκό μηχανισμό. Υπήρχαν επιχειρήματα που ακόμη κι ο Αντώνης Σαμαράς θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει: με τόσο υψηλό χρέος κανείς δεν επενδύει στην Ελλάδα, άρα το success story του χρειάζεται επειγόντως βελτίωση στα στοιχεία του χρέους. Αμ δε: ο Αντώνης Σαμαράς αρχικά προσποιήθηκε πως δεν κατάλαβε τίποτα από την έκθεση του ΔΝΤ –ψιθύρισε κάτι άσχετο για λάθη που «εμείς πρώτοι τα είδαμε και διορθώσαμε (!)– και στη συνέχεια –με το αιφνιδιαστικό λουκέτο στην ΕΡΤ– άλλαξε την ατζέντα. Και ο ΣΥΡΙΖΑ, μολονότι αρχικά σωστά πήγε το θέμα της απολογίας του ΔΝΤ στη Βουλή, στη συνέχεια μισοπαγιδευμένος-μισοθεληματικά, ακολούθησε ψυχή τε και σώματι τον πρωθυπουργό στον ελιγμό του.

Αποτέλεσμα: επί δύο ολόκληρες βδομάδες βρεθήκαμε μπροστά στο απίστευτο φαινόμενο η απολογία του ΔΝΤ να προκαλεί θυελλώδεις συζητήσεις και αντεγκλήσεις μεταξύ οικονομολόγων, σχολιαστών, πολιτικών και οικονομικών αξιωματούχων στην Ευρώπη, αλλά άκρα του τάφου σιωπή στην κατ’ εξοχήν ενδιαφερόμενη Ελλάδα –η οποία ασχολούνταν με άλλα. Η συζήτηση στη Βουλή με αφορμή την ερώτηση του Αλ. Τσίπρα για την έκθεση του ΔΝΤ μετατράπηκε σε συζήτηση για την ΕΡΤ. Λες και άπαν το πολιτικό μας σύστημα βάλθηκε να επιβεβαιώσει τα καθεστωτικά ΜΜΕ –μιλώ κυρίως για κανάλια και παραδοσιακές πολιτικές εφημερίδες από τα οποία όμως ενημερώνεται ο πολύς κόσμος– που καιρό τώρα προσπαθούν να μας πείσουν ότι είναι λογικό η χώρα και οι πολιτικές δυνάμεις της να αγνοούν τις διαφορετικές θεσμικές φύσεις ΔΝΤ και ευρωζώνης, να κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια να περιμένουν τις αποφάσεις των δανειστών και να περιορίζονται σε ασκήσεις εσωτερικής σύγκρουσης.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως δεν αντιληφθήκαμε ότι το πρόγραμμα της τρόικας έχει φτάσει ξανά στο απροχώρητο επειδή οι Ευρωπαίοι εταίροι μας αθετούν ακόμη και τη δέσμευσή τους να περάσουν τα κέρδη των κεντρικών τραπεζών τους από τα ελληνικά ομόλογα της ΕΚΤ στην Ελλάδα – με βάση το γνωστό επιχείρημα της γερμανικής Bundesbank ότι αυτό συνιστά χρηματοδότηση κράτους και απαγορεύεται γιατί παραβιάζει τις συνθήκες του ευρώ.

Δεν παρατηρήσαμε τις οξύτατες επιθέσεις αρκετών Ευρωπαίων αξιωματούχων –Ολι Ρεν, Ρέγκλινγκ, Ζαν Κλοντ Τρισέ – ενάντια στο ΔΝΤ που προοιωνίζονται πως η Ευρώπη θα συνεχίσει να αγνοεί τις συστάσεις του Ταμείου για την Ελλάδα. Δεν προσέξαμε τις συστηματικές κινήσεις των Γερμανών –επαναλαμβανόμενη διάψευση της δέσμευσης για νέο κούρεμα του ελληνικού χρέους από τον Σόιμπλε, διαβεβαίωση Ασμουσεν προς το γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο της Καρλσρούης ότι η ΕΚΤ δεν περιμένει άλλη αναδιάρθρωση χρέους στην ευρωζώνη, συνεντεύξεις Γερμανών οικονομολόγων που υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να κουρευτεί ξανά το ελληνικό χρέος κ.λπ.– οι οποίες υποδεικνύουν πως –σε αντίθεση με τις εντυπώσεις που καλλιεργούνται εδώ ότι αν κάνουμε υπομονή ώς τις γερμανικές εκλογές, η Ανγκελα Μέρκελ θα δώσει επιτέλους λύση κουρεύοντας το ελληνικό διακρατικό χρέος– το Βερολίνο δρομολογεί ήδη με «δημοκρατικές διαδικασίες» τη μη λύση. Ισως γιατί ως ελληνική κοινωνία και πολιτικό σύστημα δεν θέλουμε να δούμε πως ο χρόνος μας τελειώνει και πως η μη αλλαγή πολιτικής από την Ευρώπη σημαίνει –όπως σωστά έγραψε ο Β. Μίνχαου– ότι η μοναδική διέξοδος για να σταματήσει η κοινωνική και οικονομική καταστροφή της Ελλάδας είναι –όταν επιτέλους καταφέρουμε να πιάσουμε πρωτογενές πλεόνασμα– η μονομερής στάση πληρωμών και η έξοδος από το ευρώ.

Η τεχνοκρατία, το ευρωπαϊκό σχέδιο και τι πρέπει να κάνουμε

   Από όλη την πολιτική τραγικοκωμωδία που ζούμε μετά τις εκλογές, θα ήθελα να σταθώ στην ρητορική της κ. Βούλτεψη ενάντια στους τεχνοκράτες. Όχι γιατί δεν είχε ανάλογες επικοινωνιακές σκοπιμότητες με την ράβδο του κ. Γιακουμάτου και το ράβε-ξήλωνε της ανασχηματισμένης κυβέρνησης, αλλά γιατί νομίζω ότι αντανακλά κάτι πολύ σοβαρό: την αδυναμία του ελληνικού πολιτικού συστήματος να αντιληφθεί ότι στο σύγχρονο ευρωπαϊκό πλαίσιο, πολιτική και τεχνοκρατία έχουν έρθει εις γάμου κοινωνία και πως η πολιτική, χωρίς μεγάλες δόσεις τεχνοκρατίας, δεν έχει αποτελέσματα. Και αυτός είναι μάλλον ο λόγος που ακόμη και σήμερα, πέντε χρόνια μετά την έναρξη της κρίσης, η χώρα παραμένει χωρίς εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης. Η επεξεργασία κι εφαρμογή ενός τέτοιου σχεδίου προϋποθέτει έναν επιτυχή συνδυασμό πολιτικού και τεχνοκρατικού που είναι εντελώς ξένος προς το ειδικευμένο αποκλειστικά στις εγχώριες τεχνικές εξουσίας πολιτικό μας σύστημα. Υπό αυτούς τους όρους όμως, η χώρα είναι ασύμβατη με το ευρωπαϊκό πλαίσιο. 

Η Ευρώπη ως οικονομικό engineering

    Πριν δυο τρία χρόνια ο Τζορτζ Σόρος είχε περιγράψει το ευρωπαϊκό σχέδιο ως social engineering, σχέδιο “αποσπασματικής κοινωνικής μηχανικής”, όπου εθνικά κράτη κινητοποιούσαν την πολιτική βούληση για να κάνουν ένα βήμα κάθε φορά. Κατά τη γνώμη μου, υπάρχουν ισχυρές αναλογίες αλλά και κάποιες διαφορές ανάμεσα στο τεχνοκρατικό κίνημα των μηχανικών της Β’ Βιομηχανικής Επανάστασης και το ευρωπαϊκό σχέδιο του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, οι οποίες έχουν να μας διδάξουν πολλά για την ευρωπαϊκή τεχνοκρατία, θετικά κι αρνητικά.
   Ξεκινώ από τις ομοιότητες: η τεχνοκρατία των μηχανικών είχε ως βασική της ιδέα το ότι η τεχνολογία μπορεί να οδηγήσει τα έθνη σε ένα καλύτερο μέλλον, την πρόοδο και την οικονομική ανάπτυξη. Το  ευρωπαϊκό σχέδιο έχει ως βασική του ιδέα το ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μπορεί να οδηγήσει τα ευρωπαϊκά έθνη σε ένα μέλλον αδιατάρακτης ειρήνης, την πρόοδο και ευημερία. Συν τοις άλλοις, η τεχνοκρατία είχε ως βασική λογική το engineering, μια διαδικασία υλικής και κοινωνικής μηχανικής – δηλαδή μετασχηματισμού του υλικού κόσμου και των κοινωνικών σχέσεων μέσα από την κατασκευή σιδηροδρομικών δικτύων, βιομηχανικών μονάδων κλπ. και την προώθηση όλων των νομοθετικών και κοινωνικών  αλλαγών που απαιτούνται σχετικά. Το ευρωπαϊκό σχέδιο έχει ως βασική του λογική το οικονομικό engineering: ο μετασχηματισμός των πρώην εμπόλεμων ευρωπαϊκών κρατών σε ευρωπαϊκή ομοσπονδία, έλεγε το σχέδιο Σουμάν, θα επιτυγχάνονταν με μια προοδευτική διαδικασία ενοποίησης, αρχής γενομένης από την οικονομία, ώστε να δημιουργηθούν κοινές βάσεις οικονομικής ανάπτυξης και να εξαλειφθεί ο εθνικός ανταγωνισμός.
   Και η διαφορά ανάμεσα στην τεχνοκρατία και το ευρωπαϊκό σχέδιο: ενώ η τεχνοκρατία είχε ως φορέα της την τάξη των μηχανικών και αναλάμβανε η ίδια την υλοποίησή της, το ευρωπαϊκό σχέδιο, έχοντας ως φορέα του τις εθνικές κυβερνήσεις, χρειαζόταν για να υλοποιηθεί μια ακόμη τάξη: τους τεχνοκράτες της οικονομίας. Οι τεχνοκράτες της οικονομίας είχαν εξαρχής ρόλο στην Ευρώπη, διαμεσολαβώντας και μεταφράζοντας εθνικά οικονομικά συμφέροντα και διακρατικούς πολιτικούς συμβιβασμούς στους νέους κανόνες που ρύθμιζαν π.χ. την κοινή διαχείριση πρώτων υλών της Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, τα της τελωνειακής ένωσης και των αντισταθμιστικών της ωφελημάτων, την ΚΑΠ κλπ. Έμελλε όμως να αποκτήσουν μεγαλύτερη ισχύ από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, όπου συνέπεσε η κατίσχυση του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού με την εμβάθυνση της οικονομικής ολοκλήρωσης. Τότε οι Βρυξέλλες αναδείχτηκαν σε κέντρο αποφάσεων που θα οδηγούσαν σε σταδιακές αναδιαρθρώσεις πολλών παραγωγικών κλάδων από άκρη σε άκρη της Ευρώπης. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των εξελίξεων ήταν, νομίζω, ο σταδιακός εκτροχιασμός του ευρωπαϊκού σχεδίου από τον στόχο των θεμελιωτών του. Κάτι η απεριόριστη πίστη στην αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού, κάτι το εγχείρημα για κοινές πανευρωπαϊκές πολιτικές σε πολλά οικονομικά πεδία  (π.χ. ενέργεια, δασμοί με τρίτες χώρες) οι εθνικοί ανταγωνισμού επανήλθαν από το παράθυρο, μεγάλο μέρος της δουλειάς των οικονομικών τεχνοκρατών έγινε η διαμεσολάβηση των εθνικών παραγωγικών συμφερόντων στα ευρωπαϊκά κέντρα αποφάσεων και το κοινοτικό πνεύμα υποχώρησε.   
    Και το κερασάκι στην τούρτα ήρθε με την ΟΝΕ: το απόγειο του ευρωπαϊκού engineering, που με την τοποθέτηση των αγορών υπεράνω των δημόσιων οικονομικών, δημιούργησε τις συνθήκες κυριαρχίας της τραπεζικής τεχνοκρατίας επί της πολιτικής… Η ΟΝΕ, ένα σχέδιο αυθαίρετων παραδοχών το οποίο ικανοποιούσε μεν τους όρους του πολιτικού συμβιβασμού στον οποίο κατέληξαν Γαλλία και Γερμανία – σύμφωνα με τον οποίο η πρώτη έδενε όπως επιδίωκε τη Γερμανία στο ευρωπαϊκό νόμισμα αλλά η δεύτερη εξασφάλιζε το προνόμιο να ορίσει τους κανόνες του – όχι όμως τους όρους της βέλτιστης οικονομικής ζώνης ένωσης κατά Μάντελ, αντιπροσώπευε τη μεγάλη ευρωπαϊκή ύβρη… Τι κι αν προειδοποιούσαν δεκάδες οικονομολόγοι για τους κινδύνους της. Οι διορισμένοι από τους πολιτικούς κεντρικοί τραπεζίτες εγγυήθηκαν για την επιτυχία της… και τώρα τα πληρώνουμε!..
   Όλοι κατανοούμε πόσο παγιδευμένη είναι η παρούσα ελληνική κυβέρνηση – και θα είναι και η επόμενη – όπως παγιδευμένες είναι και κυβερνήσεις χωρών με πολύ μεγαλύτερο μέγεθος κι επιρροή (Ιταλία, Γαλλία). Πρέπει όμως κάποτε η Ελλάδα να κάνει ένα βήμα πέρα από το ράβε-ξήλωνε και τη μόνο τυπική προσπάθεια για την εξυγίανση της οικονομίας. Και για να το κάνει, απαιτείται η ενίσχυση του τεχνοκρατικού πνεύματος σε όλα τα επίπεδα της εφαρμοζόμενης πολιτικής, μέσα κι έξω, σε Ελλάδα και Ευρώπη, όχι η απαξίωσή του. 

         Για ένα άλλο τεχνοκρατικό πνεύμα

   Το τεχνοκρατικό πνεύμα δεν πρέπει να συγχέεται με τις υπαγορεύσεις του μνημονίου, που αποτελούν μηχανιστικές προβολές της επίσημης ευρωπαϊκής ιδεολογίας του  νεοφιλελευθερισμού, σύμφωνα με την οποία η απελευθέρωση των αγορών εργασίας και προϊόντων θα φέρει αυτομάτως οικονομική ανάπτυξη. Οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα δεν θα έρθει γιατί δεν την επιτρέπει ο πολύ μεγάλος ρυθμός αφαίρεσης ρευστότητας. Υπό τις παρούσες συνθήκες είμαστε υπό κατάρρευση και χρειαζόμαστε πραγματιστικούς συμβιβασμούς ανάμεσα στις ευρωπαϊκές συνταγές και κάποιες δικές μας δημιουργικές τεχνοκρατικές πολιτικές π.χ. με μεταφορά επιτυχημένων παραδειγμάτων από χώρες που  παλεύουν να ανοίξουν θέσεις εργασίας χωρίς δογματισμούς.  Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η Κούβα που δημιούργησε λιμάνι με ειδική οικονομική ζώνη, έδωσε τη διαχείριση στους κατεξοχήν ειδικούς στα λιμάνια Σιγκαπουριάνους, κι υποσχέθηκε ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς υπό τον όρο της εγκατάστασης βιομηχανιών υψηλής τεχνολογίας που θα απασχολούν Κουβανούς πολίτες και μηχανικούς με αξιοπρεπείς μισθούς. Κάπως έτσι πρέπει να διαχειριστούμε κι εμείς την διάθεση της Cosco να πάρει τον ΟΛΠ και να τον ανταλλάξουμε όχι με λεφτά αλλά με μια καλή συμφωνία για την εγκατάσταση μονάδων συναρμολόγησης. Δεν ακούγεται τέλειο  – αλλά μπορεί να αποτελέσει ένα πρώτο βήμα στην εγκατάσταση βιομηχανιών υψηλής τεχνολογίας.
   Ένα δεύτερο ζητούμενο είναι να τελειώνουμε με τη μακρόχρονη αδράνεια του ελληνικού κράτους απέναντι στις ευρωπαϊκές τεχνοκρατικές διαδικασίες που έχουν επιπτώσεις στην παραγωγικές δυνατότητες της χώρας. Υπάρχουν κομμάτια αλήθειας στις θεωρίες που λένε ότι η συμμετοχή της  Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν καταστροφική διότι με τις αποφάσεις που λαμβάνονταν στις Βρυξέλλες ευνοούνταν η παραγωγή και κατοχύρωση δικαιωμάτων των παραγωγών του Βορρά αντί του Νότου. Υπάρχουν, συν τοις άλλοις,  πρόσφατα παραδείγματα από άλλες χώρες που δείχνουν ότι οι σχέσεις ισχύος παίζουν μεγάλο ρόλο στο τι ορίζεται κάθε φορά ως κεντρική ευρωπαϊκή πολιτική και τι θυσιάζεται για να σωθεί τι. Για την αδυναμία της Ελλάδας να υπερασπιστεί τα παραγωγικά συμφέροντά της στην Ευρώπη υπάρχουν ωστόσο και μεγάλες εθνικές ευθύνες. Αυτόν τον καιρό στις Βρυξέλλες διεξάγονται διαπραγματεύσεις για τη Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων και θα ληφθούν αποφάσεις με επιπτώσεις στην ελληνική χημική βιομηχανία και την αγροτική παραγωγή. Αν δεν ασχολείται με αυτό η ελληνική κυβέρνηση, πρέπει να το κάνει.  
   Και μιας κι ο λόγος περί τεχνοκρατών: υπάρχει στην Ευρώπη ένας σπουδαίος τεχνοκράτης, ο πρώην διευθυντής του Ινστιτούτου Μπρίγκελ, Ζαν Πιζανί Φερί, που θυμάται ακόμη ότι το ευρώ συνοδεύονταν με μια υπόσχεση των τεχνοκρατικών ελίτ για μεταφορά παραγωγικών μονάδων από μια χώρα της Ευρωζώνης σε άλλες αν υπάρξει κρίση κι ανεργία. Ο Ζαν Πιζανί Φερί τον οποίο προσέλαβε ως σύμβουλο η γαλλική κυβέρνηση και όχι η ελληνική, τοποθετείται υπέρ πολιτικών οι οποίες θα ενθαρρύνουν την μεταφορά των κεφαλαίων που λιμνάζουν στο Βορρά προς τον Νότο προκειμένου να χρηματοδοτήσουν την παραγωγή εμπορεύσιμων προϊόντων. Όχι πως υπάρχει περίπτωση να τον ακούσει η Γερμανία αλλά αυτή ήταν η υπόσχεση του ευρώ, αυτή είναι η πολιτική που χρειάζεται η Ελλάδα κι αυτήν πρέπει να διεκδικήσει. Είναι και πιο αξιοπρεπές για ένα πτωχευμένο κράτος να διεκδικεί την τήρηση των αρχικών προϋποθέσεων της ΟΝΕ παρά να κλαίγεται…